Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2008

Thank you.

Καλό μου υποσυνείδητο (εδώ κάνω την ανάγκη φιλοτιμία), ευχαριστώ που εισακούστηκα. Χθες βράδυ αντί για θρίλερ δευτέρας διαλογής είδα ένα ακόμη όνειρο γύρω από το γνωστό κεντρικό θέμα του "δεν προλαβαίνω" και "ετοιμάζομαι να πάω κάπου ή να κάνω κάτι αλλά τελικά το μόνο που κάνω είναι να αγχώνομαι και να ετοιμάζομαι (δεν πάω ποτέ)", που έχει πρωταγωνιστήσει σε πάμπολλα όνειρά μου εδώ και χρόνια.

Ετοιμάζομαι για το επικείμενο ταξίδι μου στη Βαρκελώνη μαζί με τη φίλη μου (κάτι που θα γίνει), ξαφνικά όμως στο όνειρο είναι να πάμε και στο Σίδνεϊ πρώτα (κάτι που δεν θα γίνει, δεν είναι και ακριβώς στο δρόμο μας η Αυστραλία). Η βαλίτσα μου είναι τεράστια και έχω ακόμη πολύ μέλλον για να την τελειώσω, η φίλη μου όμως και μία άλλη κοπέλα που είναι να έρθει μαζί μας έχουν τελειώσει με το πακετάρισμα. Βλέπουμε πως πρέπει να φύγουμε, γεμίζω κακήν κακώς και όπως όπως τη βαλίτσα, μπαίνουμε στο ταξί (γυναίκα ταξιτζού παρακαλώ, αλλά πώς να το πω, αυτή η γυναίκα δεν είναι για αυτή τη δουλειά, είναι αργή, πραγματικά η γιαγιά μου ακόμη και με τη μειωμένη της όραση θα πρέπει να πλέκει σεμεδάκια πιο γρήγορα από ό,τι οδηγεί αυτή -την αδικώ τη γιαγιά μου βέβαια λέγοντάς το αυτό, είναι αστραπιαία η ταχύτητά της στο βελονάκι, απλά είθισται η γιαγιά να χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της βραδύτητας, μεταξύ άλλων). Μας καθυστερεί λοιπόν η ταξιτζού, συν ότι θυμάμαι ότι δεν έχω πάρει τους δύο ταξιδιωτικούς οδηγούς που είχα και θέλω να περάσουμε και από το σπίτι και να τους πάρουμε. Μόνο που δεν προλαβαίνουμε γιατί έχει ήδη πάει 7 κι εμείς πετάμε 7:30.

Να ευχαριστήσω και πάλι το υποσυνείδητό μου για αυτό το τετριμμένο, αδιάφορο και πραγματικά ανάξιο λόγου όνειρο (και να το διαβάσατε δεν αξίζει καλά καλά το χρόνο σας, απλά για μένα είναι μεγάλη η αξία του μετά τα προηγούμενα). Φιού...(εκπνοή ανακούφισης)

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008

Θυμήθηκα!

Εκεί που έλεγα ότι είχα ξεχάσει τι άλλο ονειρεύτηκα χθες, μου 'ρχεται ξαφνικά τώρα το απόγευμα μία ακόμη μακάβρια εικόνα του χθεσινού μου ονείρου. Μία μεγάλη φωτογραφία στο εξώφυλλο ενός εντύπου σαν περιοδικό, που δείχνει ένα μικρό κοριτσάκι με φοβισμένο βλέμμα και όλα του τα δακτυλάκια κομμένα σχεδόν σύριζα. Κάτι σαν ιδιαίτερα φροντισμένο και πολυτελές ντοσιέ με τις δραστηριότητες ενός αδίστακτου ψυχοπαθούς (προφανώς) δολοφόνου. Και όλα στο όνειρο γκρίζα και σκοτεινά, πουθενά φως καθαρό, στην καλύτερη περίπτωση να βρεις ένα άρρωστο αχνοφέγγισμα σε γκριζοπράσινο ή υπόλευκο χρώμα. Τόσο σκοτάδι... τόσο αρρωστημένα όλα, τόσο μακάβρια, κι εγώ αναπόδραστα αιχμάλωτη των εικόνων αυτών μέσα στη νύχτα. Έλεγα προηγουμένως να ξαπλώσω λίγο για να είμαι πιο φρέσκια στο τραπέζι που με έχουν καλέσει το βράδυ αλλά το ξανασκέφτηκα...

In the still of the night

Καλό μου υποσυνείδητο γιατί μου τα κάνεις αυτά; Γιατί μου προβάλλεις θρίλερ μεταμεσονύχτιες ώρες, αφού ξέρεις ότι δεν τα αντέχω;

Βλέπω ότι ενώ είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι πλησιάζει από γύρω γύρω μία γριά μαυροφορεμένη, με μαντήλι και όλα τα σχετικά (το πρόσωπό της δεν φαίνεται), έρχεται στο πλάι του κρεβατιού και πλησιάζει το πρόσωπό της στο δικό μου. Και όπως θα γινόταν και στο πιο τετριμμένο θρίλερ, το πρόσωπό της γίνεται μία αραχνιασμένη και σεπόμενη νεκροκεφαλή, με αποτέλεσμα να τρομάζω απίστευτα (εδώ ταιριάζουν διάφορες εκφράσεις όπως κλάνω μέντες, βλέπω το χριστό φαντάρο και λοιπά γλαφυρά, αλλά τις βρίσκω άκομψες για το κείμενό μου, τις αναφέρω όμως για να πάρετε τη γενική ιδέα). Αναφωνώ λοιπόν εγώ: "Παναγία μου, ο θάνατος". Όμως το έλεγα κατά κάποιο τρόπο "από μέσα μου". Πολλές φορές στον ύπνο μου βρίσκομαι σε μία κατάσταση που είτε επειδή μισοκαταλαβαίνω ότι ονειρεύομαι είτε για άλλο λόγο, νιώθω ότι δεν μπορώ να φωνάξω "πραγματικά" Προσπαθώ να φωνάξω και το μόνο που βγαίνει από μέσα μου είναι βεβιασμένες ανάσες, σαν να έχει κλείσει ο λαιμός μου, σαν να μου έχει κοπεί η λαλιά. Η μεγάλη διαφορά στο χθεσινό όνειρο ήταν ότι μπόρεσα μετά από αρκετή ομολογουμένως προσπάθεια να βγάλω μία κραυγή. Ζωωδώς άναρθρη και απαίσια, αλλά σε κάθε περίπτωση κραυγή. Ήταν το μόνο θετικό στο όνειρό μου, το μόνο που με παρηγόρησε όταν ξύπνησα κατατρομαγμένη μέσα στη νύχτα. Σκέφτηκα τότε να κάτσω να γράψω όσα είχα δει αλλά ήθελα να ξανακοιμηθώ και τα 'χα κάνει και πάνω μου απ' το φόβο μου. Κακώς όμως γιατί έτσι ξέχασα τα υπόλοιπα μέρη του ονείρου, από τα οποία θυμάμαι μόνο κάποιες παιδικές φωτογραφίες να ζωντανεύουν και να παρακολουθώ μία συζήτηση δύο γυναικών που ήταν καθισμένες σε ένα σαλόνι μέσα από ένα τζάμι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 11, 2008

Ο σουρεαλισμός της σκέψης

Έρημο τοπίο, μια χωματένια ώχρα παντού γύρω. Ξερή, άνυδρη και στείρα, απλώνεται πέρα για πέρα ως τη γραμμή του ορίζοντα. Περπατώ ξυπόλυτη μέσα στα ερείπια, το χώμα είναι μαλακό και ζεστό αλλά δεν έχω πουθενά να πάω. Μόνο τρεις τέσσερις τοίχοι από ένα σπίτι ερειπωμένο είναι μπροστά μου. Σκέτοι τοίχοι με παράθυρα που χάσκουν, με αφήνουν εκτεθειμένη από παντού, δεν υπάρχει δωμάτιο, δεν υπάρχει "μέσα", είμαι απροστάτευτη. Αναγκάζομαι να περπατήσω, αφού δεν υπάρχει το "μέσα", άρα είμαι στο "έξω" και στο "έξω" δεν κάθεσαι, προχωράς. Όπου και να πάω βρίσκεται μπροστά μου το ερειπωμένο κατ'ευφημισμόν σπίτι. Μάλλον πως τα βήματά μου, χωρίς να το συνειδητοποιώ, δεν απομακρύνονται ποτέ από αυτό. Όπου και αν θελήσω να πάω βρίσκεται δίπλα μου να μου θυμίζει τι δεν έχω, να μου θυμίζει ότι είμαι έρημη και απροστάτευτη. Μάλλον τελικά κάνω κύκλους γύρω από αυτό, ίσως δεν περπατώ και πολύ, όπως νόμιζα. Το χώμα πετρώνει κάτω απ' τα πόδια μου ή τα πόδια μου πετρώνουν πάνω απ' το χώμα; Η καρδιά μου πετρώνει μέσα στην έρημο και λαχταρά την αποσύνθεση που θα την κάνει κι αυτήν ζεστή και χωμάτινη, κι ας ξέρει ότι μετά θα αρκεί λίγο να τριφτεί για να θρυμματιστεί και να γίνει σκόνη, ένα τίποτα, ένα με τα πάντα.

Κάτι μέσα κρυμμένο

Μία ήρεμη, ατάραχη επιφάνεια και από κάτω σαπίλα, ανασφάλεια, κυκεώνες συναισθημάτων ανεξιχνίαστων (δεν συνθέτουν ενιαία εικόνα αυτά, το ξέρω, αλλά αμελώ λίγο το ύφος της γραφής μου, αυτή τη στιγμή θέλω μόνο να γράψω αυτό ακριβώς που μου'ρχεται, όπως το νιώθω, συγνώμη που βγαίνει άτεχνο), ένα χαμένο κοριτσάκι που δεν μπορεί να βρει το δρόμο του μέσα από την αδικία, την εγκατάλειψη, την ερήμωση, τη μοναξιά. Κάτι μέσα μου, παρά τις ευτυχισμένες μέρες που ζω, εξακολουθεί να με ξυπνάει από έναν ταραγμένο ύπνο, να με απειλεί, να με καταδιώκει.

Εξωτερικά έχω μεγάλο... πώς να το πω... έλεγχο. Φαίνομαι ήρεμη, φέρομαι ευγενικά, δεν θέλω να δείξω ποτέ στον άλλον θυμό, αγανάκτηση, οργή, μικροπρέπεια, κατινιά, δεν θέλω να φαίνονται ρωγμές στο προσωπείο μου. Προσωπείο...; Μήπως με αδικώ; Μήπως δεν είναι υποκρισία ή έστω προϊόν προσπάθειας η συμπεριφορά μου και ο ευγενικός μου τρόπος έχει στην πραγματικότητα κάτι πάρει από ένα μέρος της ψυχής μου; Θέλω να πω, τελικά καταπιέζομαι για να φέρομαι όπως φέρομαι ή αυτή είμαι στ'αλήθεια; Θα μου πεις βέβαια όταν συγκρατείς συναισθήματα που έχεις μέσα σου σίγουρα δεν είναι αυθόρμητη και αυθεντική η συμπεριφορά σου.

Δεν ξέρω τι να κάνω. Αυτά που με ταράζουν μέσα μου δεν ξέρω πού βρίσκονται και από πού να τα ξεθάψω και αυτά που έχω μάθει να δείχνω εξωτερικά βλέπω ότι πια δεν με καλύπτουν.

Ό,τι έχω μέσα μου καταπιέσει κοντράρει άσχημα στο κέλυφός μου σαν ελατήριο υπερσυσπειρωμένο έτοιμο να τιναχτεί, αλλά δεν βρίσκω τρόπο να του ανοίξω για να φύγει χωρίς να με τραυματίσει και δεν ξέρω πια πώς να ελευθερωθώ.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 27, 2008

Rhythm (who is a dancer ως γνωστόν) knows when it's time

Όπως είδατε αν διαβάσατε 2-3 posts πιο κάτω, το τάνγκο δεν μπόρεσε να με βγάλει από την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν τις τελευταίες μέρες. Όχι μόνο δεν βοηθούσε αλλά ενέτεινε την απελπισία μου καθώς έβλεπα την κακή διάθεσή μου να μπαίνει ανάμεσα σε μένα και το χορό και να μη με αφήνει να επικοινωνήσω ουσιαστικά με τον καβαλιέρο. Χθες το βράδυ όμως πήραν τα ηνία τα λάτιν, που είχα να χορέψω από πέρυσι. Χοροί πολύ διαφορετικοί, γεμάτοι ρυθμό και ξέφρενη κίνηση, χοροί που δεν αφήνουν τη σκέψη να βουλιάξει στο βούρκο με τα σκατά (με το συμπάθιο, συγνώμη για το άκομψο της έκφρασης αλλά έτσι το σκέφτηκα, θέλω να εκφράζομαι με τρόπο αυθεντικό), γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει χρόνος για κάτι τέτοιο, πρέπει να κάνεις τη στροφή σου και να ξαναβρεθείς σωστά απέναντι στον καβαλιέρο, να θυμηθείς ποια φιγούρα προσπαθεί να σου κάνει (τουλάχιστον εγώ χθες που "ξέθαβα" τις φιγούρες μέσα από το χρονοντούλαπο την περισσότερη ώρα αυτό έκανα) μέσα σε ελάχιστο διάστημα, να μην πατήσεις και (κυρίως!) να μην πατηθείς -χθες όχι μόνο δέχθηκα το διατρητικό πάτημα πολλών τακουνιών αλλά ένα από αυτά μου έβγαλε (!) κιόλας το παπούτσι που φορούσα (εντάξει μπαλαρίνες ήταν, δεν ήταν και αθλητικά, και πάλι όμως, φοβερό σημάδι η τύπισσα, όποια κι αν ήταν). Πρέπει βέβαια να πω ότι η διάθεσή μου είχε ήδη φτιάξει καθώς μία φωνή που άκουσα απρόσμενα από το υπερπέραν (τελοσπάντων από πολύ μακριά) επανατοποθέτησε τις σκέψεις μου και κατεύνασε τους φόβους μου, έτσι ο χορός με βρήκε μέσα μου πολύ "ελαφρύτερη" και με πέταξε πολύ πιο μακριά. Ενώ επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι χθες βράδυ συνέβαινε κάτι το εξωπραγματικά σπάνιο για χορευτική βραδιά: οι καβαλιέροι ήταν πιο πολλοί από τις ντάμες !!! (συνήθως η αναλογία φέρνει τις γυναίκες συντριπτικά υπεράριθμες, και αν όχι συντριπτικά τουλάχιστον αναγκασμένες να χορεύουν οι πιο πολλές part time). Χθες μιλάμε (μ'αρέσει αυτό το "μιλάμε", παρεισφρέει ο προφορικός μου λόγος στο ύφος του γραπτού, αυτό είναι το ωραίο στο μπλογκ, υπάρχει ελευθερία) οι καβαλιέροι έψαχναν τις ντάμες και κοιτούσαν με το βλέμμα του κυνηγού που ψάχνει να θήραμα και κοιτάζει "περισκοπικά" γεμάτος ετοιμότητα και αποφασιστικότητα ξέροντας πως ό,τι βρει πρέπει να το "χτυπήσει" αμέσως, αλλιώς θα του φύγει. Έτσι, μια βραδιά που δεν σκόπευα καν να πάω για χορό, απλά έτυχε να είμαι στο σπίτι μίας χορομανούς φίλης μου μέχρι την ώρα που άρχιζε, που δεν είχα καν βάλει κατάλληλα παπούτσια (αν και τελικά οι μπαλαρίνες είναι πιο άνετες, με μόνο μειονέκτημα ότι μπορεί να σου τις βγάλει το τακούνι της αλληνής, συν ότι με το να είναι "φλατ" της προσφέρεις μεγαλύτερη επιφάνεια -τι επιστημονική σκέψη έκανα τώρα, είμαι γεννημένη επιστήμονας λοιπόν- για να σε εμβολίσει), ή τα ρούχα που θα ήθελα (θα προτιμούσα να πάω με φούστα και σίγουρα όχι με μακρυμάνικο) (ας μην προσθέσω ότι και τα μαλλιά μου ήταν χάλια, είχαν φριζάρει μετά το λούσιμο γιατί δεν είχα βάλει αφρό, δεν πρέπει τελικά να το παραλείπω)(άντε, κατέληξε κάπου κοπέλα μου, μας έχεις πήξει στις δευτερεύουσες προτάσεις!) πέρασα πολύ καλά, είδα κόσμο, ξαναθυμήθηκα τη σάλσα (ή μάλλον συνειδητοποίησα ότι δεν έχω κατά βάση ξεχάσει τη σάλσα) και τους υπόλοιπους χαρούμενους και χαριτωμένους χορούς (τι συνήχηση! χιχιχι!) και επανήλθα επιτέλους στην τροχιά της φυσιολογικής μου ψυχολογικής κατάστασης μέσα απ'τις απανωτές στροφές και φιγούρες.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 24, 2008

Στην Κατερίνα

Κατεβαίνοντας τις σκάλες φεύγοντας ένιωσα κάτι μέσα μου να διασπάται αργά και να διαχέεται γύρω μου. Μία εξάντληση, (κάπου αναρωτήθηκα αν θα έβγαζα όλες τις σκάλες, μήπως να έπαιρνα το ασανσέρ;), μία ανάσα που βγαίνει από πιο βαθιά, θα ήθελα τη στιγμή εκείνη να πέσω για ύπνο και από κούραση αλλά και από αυτή τη χαλάρωση... Σαν να λύνονταν από μέσα μου ένας ένας οι κόμποι που με κρατούσαν τόσο σφιγμένη, γι' αυτό και έχανα το σχήμα μου, χυνόμουν στο χώρο, αλλά τι ανακούφιση να νιώθεις την καρδιά σου απεγκλωβισμένη από το σιδερένιο κλουβί που τη φύλαγε, επιτέλους λίγο πιο καλά. Σαν εξορκισμός σχεδόν ένιωσα να λειτουργεί ως την ώρα που μπήκα στο αυτοκίνητο. Επιτέλους, λίγη γαλήνη, μέσα σε χίλια αναπάντητα γιατί μία ανάσα σταθερή και ένα βλέμμα ήρεμο πριν το ανίσχυρο μυαλό μου κάτσει να ασχοληθεί με το χάος της ψυχής μου. Επιτέλους ένα βήμα πίσω ώστε να φαίνεται καλύτερα η συνολική εικόνα μετά από τη μυωπική αγκύλωση με την οποία κολλούσα τη μύτη μου πάνω σε ό,τι με ενοχλούσε και το κοίταζα αλληθωρίζοντας μέχρι να πονέσουν τα μάτια μου. Επιτέλους, κάτι.

Where were you when I fell from grace...

Για να μπείτε στο κλίμα του post που ακολουθεί, δείτε το παρακάτω video clip (Depeche Mode- Suffer well), που είναι ακριβώς σαν ένα όνειρο και ταιριάζει απίστευτα με την παρούσα ψυχολογική μου κατάσταση. (Kαι στο τέλος αυτή εμφανίζεται και είναι σαν να μην έγινε τίποτα!)



Και μετά από την αρμόζουσα αυτή εισαγωγή, περνάω στην περιγραφή των ονείρων που είδα τα τελευταία βράδια:

1. Ο άνθρωπος που αγαπώ μου προκαλεί σωματικό πόνο πιέζοντας με το χέρι του πάνω στην ηβική μου σύμφυση.

2. Η απόλυτη ενσάρκωση του φόβου για μένα σε πολλαπλά αντίγραφα παντού μέσα στο χώρο, εξευγενισμένα, σχεδόν όμορφα, ψεύτικα, άτρωτα, με μια μουγκή μακαβριότητα απαντούν παντού γύρω μου αν καλοκοιτάξω παρόλο που δεν τα αντιλαμβάνομαι πολλές φορές με την πρώτη ματιά.

3. Είμαστε σε μία αίθουσα διδασκαλίας με ατομικά θρανία (ο θεός να την κάνει, είναι ένα στενάχωρο δωμάτιο, σκοτεινό, με μαύρους τοίχους, παγωμένους και μουχλιασμένους). Αυτός βγαίνει στον πίνακα να λύσει μία άσκηση (άσκηση λέει... τι αναλαμπή μου ΄ρθε όμως ε;) και την ίδια στιγμή ένας γέρος ασπρομάλλης που κάθεται μπροστά μου και έχει την ίδια απαίσια, εφιαλτικά βραχνή και διαπεραστικά "σπασμένη" φωνή με έναν θαμώνα του καφενείου που είχαμε πάει στην Τήνο, πιάνει το γόνατό μου, πάει να μου βάλει χέρι. Εγώ του πιάνω το χέρι και με ένα αργό αντιζύγισμα των δυνάμεών μας το κατεβάζω (τώρα εγώ ή αυτός εμένα;) ως το πάτωμα. Αυτός που ήταν στον πίνακα (υποτίθεται ο καλός μου) βγαίνει από την αίθουσα (νομίζω έχει δει τι έχει γίνει). Πάω κι εγώ να φύγω αλλά πρέπει πρώτα να μαζέψω τα πράγματά μου, τα οποία είναι πολλά και όλο μου πέφτουν, δεν μπορώ να τα κρατήσω όλα μαζί και να φύγω.
Αργότερα, έχοντας βγει έξω, βλέπω ένα μικρό σμήνος από μύγες, πολύ μικρές (ίσως επειδή μεταφράζω τη μύγα Drosophila, γνωστή σταρ των πειραμάτων γενετικής και αναπτυξιακής βιολογίας τώρα που το σκέφτομαι, εκτός αν υπάρχει κάποιος άλλο συμβολισμός) και παίρνω ένα κουτί για να τις βάλω μέσα, έστω λίγες από αυτές. Το κουτί έχει ήδη μέσα δυο-τρία τέτοια μυγάκια και μια-δυο μεγάλες μύγες. Το κλείνω με σχετικά λίγες μύγες μέσα, οι πιο πολλές διαφεύγουν, αλλά μου μένουν και μερικές. Το κουτί είναι παλιό και φθαρμένο, σκούρο ροζ (αν έχει σημασία).

Αυτά. (Αυτά δηλαδή ζω τη νύχτα μόνο).

Τάγκο και ψυχή

Μέσα στη μαύρη απελπισία που περιγράφω με γλαφυρό όσο και τρικυμιώδη τρόπο στο προηγούμενο post, πήγα σήμερα το απόγευμα στο πράκτικα του τάγκο (την πρακτική εξάσκηση όπου χορεύουν ελεύθερα μαθητές όλων τον επιπέδων, πολύ καλή ευκαιρία ιδιαίτερα για τους αρχάριους και δη για τις ντάμες να πάρουν μία γεύση από τη γλύκα του χορού που τους περιμένει όταν και αυτοί λίγο ανέβουν). Βδομάδα παρά βδομάδα γίνεται το μάθημα αυτό και το περιμένω πώς και πώς. Άλλη μία φορά που είχα πάει, αν και πολύ αρχάρια τότε, ήμουν ανάλαφρη σαν πούπουλο, δεκτική στην κίνηση και ενθουσιώδης με το χορό. Είχα τότε χορέψει, εντελώς ανυποψίαστη για το τι με περίμενε, με έναν πολύ προχωρημένο καβαλιέρο που με καθοδηγούσε τόσο όμορφα και που μου έβγαζε αβίαστα τόσο πολλές φιγούρες που με είχε μαγέψει. Η κίνησή του να μεταφέρεται στο σώμα μου με τον τρόπο που το ρεύμα ταξιδεύει ένα φύλλο που έπεσε μέσα στο νερό, μία καθοδήγηση άρρητη, μυστική, μία σχέση μέσα από το χορό τόσο τρυφερή όσο ένα ροδοπέταλο να χαϊδεύει το μάγουλό σου. Μία τέλεια στιγμή.

Μία τέλεια στιγμή... σε πολλά πράγματα είναι κάτι που μπορείς όμως να ζήσεις όταν η καρδιά σου είναι ήρεμη, όταν η ψυχή σου είναι ευχαριστημένη και ελεύθερη και ολόκληρη δικιά σου και ολόκληρη δοσμένη σε αυτό που κάνεις και αγαπάς. Η δική μου ψυχή ήταν ωστόσο σήμερα... αλλού δεμένη, με άλλα μάγια, σατανικά, που την είχαν πιάσει από το λαιμό και της κόβαν την ανάσα, με πόνο οξύ και διαπεραστικό να την κεντάει ως μέσα, με το σιδερένιο χέρι της απόγνωσης και της δυστυχίας να τη σφίγγει ανυπόφορα. Από την αρχή με τις ασκήσεις στον καθρέφτη δεν ήμουν συγκεντρωμένη. Τα πόδια μου ακολουθούσαν σε γενικές γραμμές τα βήματα αλλά μάλλον ασυναίσθητα και αυτόματα, χωρίς πραγματική όρεξη, πραγματική επικοινωνία με τη μουσική, πραγματική λαχτάρα για το χορό.

Ακόμη και καβαλιέροι που με είχαν ξαναχορέψει, και είχα μαζί τους άνεση και οικειότητα τόσο χορευτική όσο και προσωπική, με βρήκαν ατίθαση και "σκληρή" στην κίνηση, ανόρεχτη να ακολουθήσω, μαγκωμένη και ανίκανη να αφεθώ. Για αυτούς που δεν με είχαν ξαναχορέψει ούτε λόγος, η απόλυτη πανωλεθρία. Μόνο ο δάσκαλος κάπως με κουλάντρισε, με την πάντα ευχάριστη αίσθηση "σφουγγαράκι" που έχω μαζί του (μαλακός μεν αλλά τον αντιλαμβάνεσαι με σαφήνεια, κατευθύνει χωρίς να πιέζει, η απόλυτα "σωστή" ενέργεια πάνω στο χορό), αλλά το κακό με τους δασκάλους είναι ότι δεν θα σου κάνουν εύκολα κάτι που δεν σου έχουν μάθει, σε αντίθεση με τους προχωρημένους καβαλιέρους, έτσι χάνεις την έκπληξη του καινούριο που αν και σε ξενίζει μερικές φορές (και ναι, πολλές φορές δεν θα σου βγει), σε ενθουσιάζει για το πόσα σε περιμένουν ακόμη να μάθεις. Αλλά και αν δεν είχα χορέψει καλά με το δάσκαλο δεν θα με ένοιαζε τόσο (θα με απογοήτευε σίγουρα, αλλά θα το ξεπερνούσα). Αυτό που με χάλασε ήταν που δεν χόρεψα όπως ήθελα με τον σούπερ καβαλιέρο που περιέγραψα παραπάνω. Πριν ένα μήνα, πρωτόμαθη και άβγαλτη αφέθηκα ανυποψίαστη (για το πόσο καλός ήταν) στα χέρια του σαν κορίτσι στο πρώτο του ξύπνημα, άμαθο μα με την καρδιά καθαρή για να ανθήσει η ομορφιά του έρωτα. Σήμερα παρέδωσα στα χέρια του μία ψυχή "χαλασμένη", ένα σώμα σφιγμένο, απρόθυμο να αφεθεί, να εμπιστευτεί, γεμάτο φόβο και πληγές και πόνο, να "κλωτσάει" και να κοντράρει σε κάθε κίνηση, παρά τις βαθιές ανάσες μέσα απ'τις οποίες προσπαθούσα να μαζέψω όσα ήταν αρνητικά μέσα μου και να τα βγάλω, να τα διώξω προς τα έξω με την εκπνοή. Σαν μία γυναίκα κατεστραμμένη και αμετάκλητα δυστυχισμένη, που στρέφεται στα χέρια του έμπειρου και τρυφερού εραστή προσπαθώντας να νιώσει λίγο από τη μαγεία του έρωτά του, από τις πολύχρωμες κορδέλες που στριφογυρίζουν το χορό του, να γευτεί λίγο μέλι στην αιχμή του ξυραφιού που την κόβει και τη ματώνει. Και που δεν τα καταφέρνει. Που καταλαβαίνει ότι η χαρά και η ανέμελη ευχαρίστηση έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί για αυτήν, ότι το μόνο που την περιμένει στο εξής είναι ακόμη περισσότερος πόνος. Και που αν όχι για την ίδια αισθάνεται άσχημα για εκείνον, γιατί δεν μπορεί να του προσφέρει σάρκα και πνοή και δόσιμο όσο αξίζει η τέχνη του έρωτά του και το τρυφερό του άγγιγμα.

Ελπίζω μία μέρα ιδανικέ (κι εγώ η ανάξια) εραστή μου να μπορέσω να σου δοθώ απόλυτα και ολοκληρωτικά, και να χτιστεί μία τέλεια στιγμή μέσα απ'το σμίξιμό μας.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 21, 2008

Το λιμάνι και το πέλαγο

Είναι φορές που αφήνεις τη ζωή σου να προχωρήσει, ακολουθείς την πορεία της όπου σε πάει και εκεί που νομίζεις ότι όλα πάνε καλά και αρμενίζεις ανέμελα στα πέλαγά της, τσουπ, σε παίρνει μέσα μία ρουφήχτρα, μία δίνη πανίσχυρη, ακατανίκητη, κάτι που νιώθεις αδύναμος να παλέψεις και που μόνο σε πάει πιο κάτω, όλο και πιο κάτω, δεν σε αφήνει πια να πάρεις ανάσα, παγερή κι αλαφιασμένη με τη μανία της η θάλασσα ορμά να μπει από τα ρουθούνια κι απ'το στόμα σου θέλοντας να φτάσει ως τα πνευμόνια, και αν μπορεί ως την καρδιά σου για να στη πετρώσει. Κι η καρδιά σου σφίγγεται, σφίγγεται κι αλαφιάζει, τρέμει και αναριγεί, δεν μπορεί να καταλάβει πού έφταιξε, ήταν όλα τόσο ήρεμα, τόσο ομαλά, εκεί, πάνω στην επιφάνεια ήταν όλα τόσο αισιόδοξα, τόσο ευοίωνα, νόμιζε ότι την περίμεναν μόνο κυματάκια που με χαρούμενο τραμπαλισμό θα την οδηγούσαν σε πλούσια λιμάνια που θα την καλοδέχονταν σαν αγκαλιές ζεστές και μυρωμένες. Είχε ξεχαστεί. Και είχε περιπλανηθεί περισσότερο από όσο την έπαιρνε. Ίσως δεν κατάλαβε ότι είχε ξεσυρθεί τόσο μακριά. Ότι είχε αφήσει τον κίνδυνο να πλησιάσει τόσο. Το καράβι είχε μείνει αφρόντιστο καιρό, καθόλου δεν το πρόσεχε, μόνο το άφηνε να ταξιδεύει κατά τη βούληση του καπετάνιου, είχε δεν είχε τη δύναμη και την αντοχή να ακολουθήσει τα ταξιδιωτικά του σχέδια. Και να που τώρα έμενε ακυβέρνητο να περιπλανιέται σαν φάντασμα και να παλεύει κούφιο και μοναχό τις τρικυμίες, να λούζεται ανήμπορο τα κύματα ώσπου να το καταπιεί η θάλασσα.

Μέσα από τα γδαρμένα κατάρτια, μέσα από σκαρί σου, μέσα από την ψυχή σου πρέπει να βρεις κάτι να ζεστάνει το μέσα σου με την ελπίδα ότι "έχει στεριά κάπου εδώ κοντά". Εσύ που τόσο λαχτάρησες να ζήσεις το ταξίδι, παρακαλάς τώρα για λιμάνι.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2008

Το πιο μεγάλο ψέμα

Καμιά φορά μου συμβαίνει το εξής: όταν βρίσκομαι σε μία συγκεκριμένη κατάσταση, μου έρχεται εντελώς αυθόρμητα στο μυαλό ένα τραγούδι που τα λόγια του ταιριάζουν στην κατάσταση που βρίσκομαι ή σε κάτι που σκέφτομαι. Χθες λοιπόν μετά το μάθημα χορού ήρθε απρόσκλητο το μυαλό μου ένα τραγούδι που περιέργως δεν γνωρίζω ποιος το λέει ενώ ξέρω απ'έξω όλα του τα λόγια (αφιερωμένο σε όσους βρίσκουν σε αυτό κάτι να τους εκφράζει):

Πάει καιρός που σ’ αγαπώ
καιρός που περιμένω
όμως μπροστά στη πόρτα μου
δε φάνηκε κανείς.
Με δεκανίκι ξύλινο
Σε ποιο χορό πηγαίνω;
Πως λύνεται το αίνιγμα
ετούτης της ζωής;

Το πιο μεγάλο ψέμα
κράτα το για μένα
το πιο μεγάλο ψέμα
της γης.

Είναι φορές που σκέφτομαι
τη μοίρα των ανθρώπων
ερχόμαστε και φεύγουμε
χνουδάκια στο βοριά.
Κι εσύ γελάς και λούζεσαι
στα φώτα ξένων τόπων
και με την άκρη του φρυδιού
μου σκίζεις τη καρδιά.

Το πιο μεγάλο ψέμα
κράτα το για μένα
το πιο μεγάλο ψέμα
της γης.


Τόσα σωστά που έκανες,
κάνε και ένα λάθος,
με μάτια τόσο όμορφα
γιατί με τυραννάς;
Βούλιαξα μες στα μάτια σου
κι έχουνε τόσο βάθος
που δεν θα ξαναβγώ ποτέ,
μα εσύ δεν μ’ αγαπάς.

Το πιο μεγάλο ψέμα
κράτα το για μένα
το πιο μεγάλο ψέμα
της γης
.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 15, 2008

Πέσαμε κάπως

Είναι ο συννεφιασμένος καιρός, οι βροχές, η ψύχρα που όλο γίνεται και πιο έντονη (γιατί κρύο δεν το λες ακόμα), τα χειμωνιάτικα που κατέβηκαν πια για τα καλά εκτοπίζοντας οριστικά τα καλοκαιρινά, οι έξοδοι σε νυχτερινά μαγαζιά χειμερινά, μπουκωμένα στον καπνό και τον συνωστισμό (την πρώτη φορά που πήγα το Σάββατο που πέρασε πραγματικά δεν μπορούσα να καταλάβω τι δουλειά είχα να πάω για ποτό σε μαγαζί που ήταν κλειστό από πάνω, άσε δε στο απών, όπως μπήκα βγήκα και δεν είχα καμία διάθεση να ξαναπατήσω). Λίγο το ένα λίγο το άλλο, με έχει πιάσει μία μελαγχολία και μία αδράνεια κυρίως, αυτό δεν μπορώ. Από εκεί που είμαι συνήθως δραστήρια και ενεργητική, που προσέχω τη διατροφή μου (τρώω μόνο είδη υγιεινής), τώρα να θέλω να βουλιάξω σε έναν καναπέ, να τρώω όλη την ώρα γλυκά και να μην το κουνάω ρούπι. Ή να πέσω σε χειμερία νάρκη. Πραγματικά άνετα θα μπορούσα να κοιμηθώ ένα τρίωρο κάθε μεσημέρι, άνετα και πάνω από τρίωρο. Η περιορισμένη ηλιοφάνεια έχει επηρεάσει τη διάθεσή μου και έχει ρίξει τους ρυθμούς μου. Το γυμναστήριο απόψε κάπως με ξύπνησε, ένιωσα ξανά σαν άνθρωπος, φοβάμαι όμως ότι θα ξανακυλήσω. Πρέπει πάσει θυσία να αντισταθώ στην αδράνεια του χειμώνα γιατί είναι μία εποχή που μπορεί πραγματικά να σου προσφέρει όμορφες στιγμές, στιγμές ζεστασιάς αλλά και περιπέτειας, γιατί όχι, και άλλωστε ως γνωστόν το κρύο είναι καιρός για δύο, και αφού έχω άλλον έναν κανονικά δεν δικαιούμαι να παραπονιέμαι. Το μόνο που χρειάζεται είναι να συνηθίσω λίγο τους ρυθμούς της εποχής αυτής και να κάνω κάθε φορά την προσπάθεια που χρειάζεται ώστε να διατηρώ ψηλά τα ενεργειακά μου επίπεδα.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 08, 2008

The Pierces

Αν μπορούσα να τις συνοψίσω με κάτι που ήδη γνωρίζετε, αυτό θα ήταν σίγουρα ο σκοπός που σφυρίζει η θανατηφόρα εύχαρις ντεμέκ-νοσοκόμα Ντάρυλ Χάνα στο Kill Bill: μελωδικές και δροσερές, με ένα ύφος ανεμελιάς σχεδόν παιδικής απλωμένο πάνω από μία διάθεση μακάβρια και εν τέλει... δολοφονική. Δύο κοπέλες όμορφες και υποδόρια θελκτικές (η ομορφιά τους και η σεξουαλικότητά τους δεν προβάλεται με ακκισμούς, αλλά αρκείται σε έναν εσωτερικό μαγνητισμό που σκορπά τη σαγήνη χωρίς να προσπαθεί και χωρίς να νοιάζεται για αυτό -ιδίως στο δεύτερο βίντεο κλιπ που θα βρείτε παρακάτω, το πρώτο είναι φωτογραφίες). Τα τραγούδια τους έχουν μία δήθεν ανέμελη διάθεση που στριφογυρίζει σε όλο και πιο γρήγορους κύκλους στίχους με βλέψεις... δολοφονικές. Κάτι από τη γοητεία του μακάβριου, την ανεξήγητη έλξη που ασκεί ο θάνατος και η προοπτική της πρόκλησής του, το πάντρεμα της αισθητικής της οικογένειας Άνταμς με το Wild Rose που τραγουδά ο Nic Cave με την Kylie Minogue, κάνει τις επικίνδυνες κουκλίτσες αυτού του συγκροτήματος/ντουέτου να μας φαίνονται εξαρχής σχεδόν γνώριμες.




Ευχαριστώ για τη σύσταση, Kat!

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2008

Μάθε να αισθάνεσαι

Χθες παρακολούθησα το δεύτερο μάθημα τάγκο στη σχολή χορού που πηγαίνω. Πέρυσι εντρύφησα στα λάτιν, που πολύ μου άρεσαν και μου χάρισαν ιδιαίτερα ευχάριστες χορευτικές βραδιές αλλά φέτος οι ώρες δεν βόλεψαν για να συνεχίσω, επομένως θα χορεύω με αυτά που ξέρω και αν κάτι αλλάξει στο πρόγραμμα το δικό μου ή της σχολής βλέπουμε. Επέλεξα λοιπόν, όπως είχα αποφασίσει, τους χορούς που οι ώρες τους θα ταίριαζαν με το πρόγραμμά μου. Τάγκο και οριεντάλ (τα άσχετα μεταξύ τους, το ένα μέσα στην αυστηρότητα και τη χορευτική κατάνυξη και το άλλο μες στο τζέρτζελο και το ντιριντάχτα). Το τάγκο πέρυσι δεν με είχε προσελκύσει, αν και η χορευτοαλλοπαρμένη φιλενάδα μου που με είχε τραβήξει στο χορό το λάτρευε. Αποφάσισα να ξεκινήσω με κάθε επιφύλαξη, αν και θεωρούσα ότι δεν θα τα πήγαινα και άσχημα, αν έκρινα από μια-δυο απόπειρες «διδασκαλίας επί τω έργω» ενός φίλου με σκοπό να με βγάλει από την ανία που περιέβαλλε για μένα τα διαστήματα τάγκο στις λάτιν-τάγκο βραδιές. Βέβαια και στα λάτιν ως ντάμα έμαθα να ακολουθώ τον καβαλιέρο, κάτι που βοήθησε σημαντικά. Ξεκινώντας λοιπόν και τους δύο χορούς, με μεγαλύτερη ίσως όρεξη για το οριεντάλ και απλή δοκιμαστική περιέργεια για το τάγκο, συνέβη τελικά το αντίθετο από ό,τι περίμενα: το τάγκο άρχισε από νωρίς να με γοητεύει ενώ το οριεντάλ μάλλον διέψευσε τον αρχικό μου ενθουσιασμό. Νομίζω αφενός μου έλλειπε η δυναμική που υπάρχει στο ζευγάρι (η οποία στο τάγκο πολλαπλασιάζεται σε σχέση με τα λάτιν), και αφετέρου οι κινήσεις του οριεντάλ μου ήταν λίγο πολύ γνωστές, και από μόνη μου μια χαρά τσιφτετελιαζόμουν στα χρόνια της τρελής μου νιότης με αποτέλεσμα τώρα να ένιωθα υπερβολικά καλουπωμένες και αναλυμένες τις κινήσεις (αν και καταλαβαίνω ότι έτσι πρέπει να είναι στην αρχή). Δίνω λίγο χρόνο στα οριεντάλ για να προχωρήσουμε και να δω μήπως με ενθουσιάσουν περισσότερο (διαπίστωσα επίσης ότι η αριστερή μου πατούσα «πατάει» περισσότερο στην αριστερή πλευρά της με αποτέλεσμα να πονάει μετά από λίγη ώρα, μπας κι έχω τίποτα το πλατυποδικό; Επίσης βλέπω ότι τα ίδια «τσαλιμάκια» τα κάνω με διαφορετική ευκολία από κάθε πλευρά –εκείνο το βήμα της καμήλας, πώς το λένε, να βγαίνει τόσο εύκολα από τη μία πλευρά και τόσο «σπρωχτά» από την άλλη! Το τάγκο όμως τολμώ να πω ότι με έχει ήδη κερδίσει. Έχει μία τέτοια ενέργεια, ιδιαίτερα για τη ντάμα νομίζω, που πρέπει να μάθει να δέχεται την κάθε κίνηση, και να αναπτύξει έναν συνδυασμό σωματικής συναίσθησης και κινησιολογικής επικοινωνίας με τον καβαλιέρο, που εξελίσσεται σε μία μορφή διαίσθησης. Η σωστή ενέργεια από τον καβαλιέρο νιώθεις να σε κινεί σαν να σε παρασύρει ένα απαλό ρεύμα σε μία ήρεμη θάλασσα, κάπως έτσι φαντάζομαι πως θα πρέπει να ήταν αν πράγματι γινόταν να σε καταλαμβάνει το πνεύμα ενός φαντάσματος όπως στις ταινίες, και να οδηγεί τις κινήσεις σου. Βέβαια θα πρέπει να πω ότι είχα την τύχη να χορέψω περισσότερο με τους προχωρημένους μαθητές που παρίσταντο συνεπικουρικά στο μάθημα και με τους δασκάλους. Τη μία φορά που χόρεψα με μαθητή στο ίδιο επίπεδο με μένα η διαφορά ήταν μεγάλη, ένιωθα ότι με τραβούσε από δω, με τραβούσε από κει, η κατεύθυνση που μου έδινε δεν ήταν σαφής (και μετά παραπονιόταν ότι δεν τον ακολουθώ σωστά). Βέβαια καταλαβαίνω ότι τα πράγματα για τους καβαλιέρους είναι αφάνταστα δυσκολότερα και είμαι σίγουρη ότι και αυτός και όλοι οι αρχάριοι μετά από λίγο καιρό θα χορεύουν εντελώς διαφορετικά (το καλό που τους θέλω!), και ότι η ενέργεια που θα λαμβάνω από αυτούς θα μεταλλαχθεί από το ψυχρό μέταλλο που είναι τώρα σε ανάλαφρο ρεύμα που θα με παρασύρει για να κατευθύνει απαλά τις κινήσεις μου.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28, 2008

Συμφιλίωση με το φθινόπωρο

Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα ή όχι, όμως ένα μέρος των διακοπών μου ήταν φέτος όψιμο. Με δύο ταξιδάκια σε νησάκια μέσα στο Σεπτέμβρη οι διακοπές έμοιαζαν να μην τελειώνουν. Ούτε τα σύννεφα στον ουρανό της Καλύμνου την προηγούμενη εβδομάδα, ούτε οι ψυχρές βραδιές με έκαναν να νιώσω ότι το καλοκαίρι τελειώνει, γιατί πολύ απλά... ήμουν ταξίδι.

Η επιστροφή μου ήταν απότομη, δυσάρεστη και για κάποιο λόγο εντελώς ακατανόητη. Με τον ταξιδιωτικό (και ερωτικό) μου σύντροφο να αναχωρεί άμεσα προς δύο εβδομάδες απουσίας (κάτι που ακόμη και τη στιγμή που τον αποχαιρετούσα αδυνατούσα να συλλάβω σε όλη του τη διάσταση) ξαφνικά όλα είχαν αλλάξει. Το μαγιώ μου ήταν ακόμη στο σακ βουαγιάζ αλλά αυτό που με περίμενε σε κάθε καινούρια μέρα ήταν ένας συννεφιασμένος ουρανός και μπόλικη δουλειά στον υπολογιστή. Πώς συνέβη αυτό ρε παιδάκι μου; Πού είχα το νου μου και δεν κατάλαβα τίποτα; Πώς έγιναν όλα έτσι απότομα;

Ένα ένστικτο συναισθηματικής επιβίωσης με έσπρωξε να επιδιώξω, έστω και ανόρεχτα στην αρχή, τις χειμερινές μου δραστηριότητες: χορός, γυμναστήριο. Κανονίζω σχεδόν κάθε μέρα να βρεθώ και με κάποια φίλη που με τα απανωτά πηξιμο-ταξιδάκια μου είχα καιρό να συναντήσω. Οι κουβέντες μας, με όλα μας τα νέα (ή όσα χωρούσαν στη διάρκεια ενός καφέ), η νοσταλγία καθώς το βλέμμα μου κυλούσε ξανά πάνω στις γραμμές και τα χαρακτηριστικά προσώπων γνώριμων και αγαπημένων, η ζεστασιά της φιλίας, ο ενθουσιασμός της επικοινωνίας, γλύκαναν τη γκρίζα διάθεση του φθινοπώρου.

Το μυαλό αρχίζει σιγά σιγά, μετά την αρχική ψυχρολουσία, να μπαίνει στο ρυθμό της δουλειάς, μαθαίνει και πάλι στα ψυχρά νερά της και έχοντας πάρει την "πρώτη κρυάδα" διασχίζει όλο και πιο άνετα τα ρεύματα της καθημερινότητας. Επόμενος στόχος θα είναι ο ουρανίσκος. Να ζεστάνω την καρδιά με ζεστή, αρωματική σοκολάτα, λαχταριστή μηλόπιτα με το μήλο να αχνίζει, σουπίτσες-βάλσαμο και διάφορα άλλα κυρίως παχυντικά που θα με κάνουν να τρέχω και να μη φτάνω για να αδυνατίσω όταν έρθει ξανά η άνοιξη.

Άντε, κι ώσπου να μεθοδεύσω στην εντέλεια τη συμφιλίωσή μου με το φθινόπωρο... θα έχουν περάσει και οι δύο εβδομάδες.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008

This mess we're in

Ένας λυγμός κι ένας καημός το τραγούδι αυτό, συνηχεί απόλυτα τη μελαγχολία του φθινοπώρου και δίνει φωνή στο πάντρεμα της κατάθλιψης με την απόγνωση. Ένα βίντεο κλιπ με εικόνες βγαλμένες από βιώματα ξένα που όμως θα μπορούσαν να είναι και δικά σου, χωρίς να ξέρεις γιατί σε κάνει να νοσταλγείς. This mess we're in.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 23, 2008

Να ζήσω

Από τις τελευταίες "κλεμμένες" κυριολεκτικά διακοπές του Σεπτέμβρη, βρίσκομαι ξανά (με την ίδια σχιζοφρενική μετάβαση) στο πήξιμο, στις παραστάσεις της ξεχασμένης καθημερινότητας που τώρα μοιάζουν με τις σκηνές ενός μακάβριου εφιάλτη. Τι δουλειά έχω εδώ; Τίνος σπίτι είναι αυτό; Γιατί γνωρίζω να κινηθώ μέσα σε αυτό ακόμη και με κλειστά τα μάτια και όμως νιώθω τόσο έντονα πως δεν ανήκω εδώ; Θέλω για σπίτι μου το έξω, το δρόμο, το μακριά. Θέλω να κατευθύνομαι συνεχώς προς έναν άπιαστο ορίζοντα, να ανοίγω τα φτερά μου διάπλατα, ώσπου να πονέσουν, κόντρα στις ανάσες του ουρανού. Να φύγω, να φύγω, να φύγω. Κι όλα αυτά να τα λαχταρώ μέσα από μία αδράνεια που νεκρώνει τις κινήσεις μου και με θανατώνει αργά κυλώντας σαν το κώνειο μέσα μου. Να φύγω, να φύγω. Πρέπει να βρω πια τη δύναμη. Να ζήσω.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2008

Vie (-vie) schizophrenique

Πήζω στη δουλειά. Με το ζόρι μιλάω σε κανέναν άνθρωπο στο τηλέφωνο, και ακόμη και όταν γίνεται αυτό νομίζω ότι χάνω πολύτιμο χρόνο που θα έπρεπε να επενδύσω στη δουλειά μου. Δεν σταματώ να δουλεύω παρά μόνο όταν βλέπω ότι η κούραση με έχει κάνει αντιπαραγωγική, ότι αρχίζω να κάνω λάθη χωρίς να το αντιλαμβάνομαι και η προσπάθειά μου στρέφεται πλέον εναντίον μου. Ο χρόνος χτυπά αλύπητα με ένα μεγάλο σφυρί κάθε δευτερόλεπτο που περνά.


Βρίσκομαι σε διακοπές. Ο χρόνος κυλάει με μια ξεγνοιασιά που ίσως μόνο αν είσαι παιδί μπορείς να βιώσεις, πρωτοΐδωτα τοπία και παραστάσεις, όμορφες εικόνες, στιγμές χαλάρωσης, παραλίες με κρυστάλλινα νερά, η φύση στις μεγάλες τις ομορφιές, βιώματα κλεμμένα από το υστέρημα των ειδυλλιακών στιγμών που είμαστε προορισμένοι να ζήσουμε στη ζωή μας. Ο χρόνος είναι ένα αεράκι που μου χαϊδεύει το πρόσωπο και κάνει να ανεμίζουν οι άκρες από τα μαλλιά μου.


Είναι δυνατόν αυτά τα δύο σενάρια να εξελίσσονται παράλληλα; Αδύνατον, θα έλεγε κανείς. Και όμως, το τελευταίο διάστημα τα ζω σε τόσο γρήγορη εναλλαγή που βιώνω τον συνδυασμό τους με τρόπο σχεδόν σχιζοφρενικό. Λίγες μέρες δουλειά-δουλειά-δουλειά, να τελειώσω όσα έχω να κάνω για να μπορώ να φύγω διακοπές, και λίγες μέρες το ταξίδι, το καινούριο, η απόδραση, η ξεγνοιασιά. Αύριο το βράδυ θα περάσω και πάλι στη δεύτερη φάση μετά από ένα βάναυσο (όπως προβλέπεται) πέρασμα από την πρώτη. Ας είναι, αξίζει σίγουρα. Αρκεί να μην αρχίσω να αμφιβάλλω κάποια στιγμή αν όσα βιώνω συμβαίνουν πραγματικά ή μήπως ονειρεύομαι και ξυπνάω και ξαναονειρεύομαι σε γρήγορη διαδοχή.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 09, 2008

Ένα διαμάντι στην καρδιά του Αιγαίου

...μόνο έτσι μπορώ να περιγράψω το πανέμορφο νησί της Σκύρου, στο οποίο πέρασα 4 υπέροχες μέρες το πεμπτοπαρασκευοσαββατοκύριακο που μόλις μας πέρασε. Αρχικά νόμιζα (ή μάλλον μάντευα) ότι επρόκειτο για νησί των βορείων σποράδων, και από ό,τι διαπίστωσα κανένας δεν ήξερε πού βρίσκεται ("Πού θα πας; Στη Σύρο; Στη Σκύρο; Πού είναι η Σκύρος;"), ακόμη και μια φίλη μου από τη Μυτιλίνη, που ως νησιώτισα περίμενα να το ξέρει. Δεν ξέρω αν πρόκειται απλώς για ένα αφανές, άγνωστο γενικά νησί ή για καλά κρυμμένο μυστικό κρατημένο για τους λίγους. Γιατί σε μένα ως τέτοιο αποκαλύφθηκε. Οι παραλίες απίστευτες, η μία ωραιότερη από την άλλη, να μην πιστεύεις στα μάτια σου (όσο και αν λέμε με μία κάποια έπαρση ότι εμείς οι χανιώτες δύσκολα εντυπωσιαζόμαστε από παραλίες όταν πάμε κάπου αλλού, μαθημένοι στις ωραιότατες ακτές μας, ήταν πραγματικά υπέροχες). Το τοπίο τόσο ανέγγιχτο και παρθένο που στην παραλία συνάντησα για πρώτη φορά ζωντανά κοχύλια να σκάνε μπρος στα πόδια μου από το απαλό κυματάκι, είδα στους δρόμους από κατσικάκια και κουνελάκια (ελεύθερα) ως γουρουνάκια (αυτά ήταν ενός κτηνοτρόφου, αλλά τι μορφή κτηνοτροφίας είναι αυτή, με τα γουρουνάκια να τρέχουν ελεύθερα και ζωηρά πάνω κάτω αντί να στοιβάζονται βάναυσα σε μία σύγχρονη κτηνοτροφική μονάδα -έτσι μάλιστα, να το δεχθείς ότι θα σε σφάξουνε στο τέλος, αν έχεις ζήσει με τέτοια χαρά τη χοιροζωή σου!), μέσα σε λίγα λεπτά είδα να πετούν πάνω από το ξενοδοχείο τρία διαφορετικά είδη πουλιών, παντού πράσινο, τα νερά ακόμη και στο λιμάνι καθρέφτης... δεν έχω λόγια (άλλα).
Μην νομίζετε όμως ότι το νησί αυτό είναι έτσι επειδή βρίσκεται σε μία κατάσταση πρωτογονισμού. Κάθε άλλο. Τα πάντα μπορείς να βρεις. Αλλά βρίσκεις μόνο την πιο ποιοτική, προσεγμένη και καλαίσθητη μορφή τους. Από το beach bar με τις ψάθινες ξαπλώστρες και τις αχυρένιες ομπρέλες, με την πολύ όμορφη μουσική του να παίζει σε ένταση που σε συντροφεύει χωρίς να σε ενοχλεί, μέχρι τις ταβέρνες με τα απίστευτα φαγητά (ό,τι και αν φάγαμε ήταν θεσπέσιο, τέλειο), τα πάντα ήταν φτιαγμένα όχι για "εκμετάλλευση" του επισκέπτη, αλλά με το μεράκι της ποιοτικής προσφοράς. Φαντάζομαι ότι αντλώντας κανείς έμνευση και βιώματα από έναν τόπο τόσο όμορφο, δεν μπορεί να κάνει τίποτα λιγότερο. Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να ανακαλύψετε κι εσείς το υπέροχο αυτό νησί.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 02, 2008

Αγαπημένα παγωτά του καλοκαιριού 2008

Τις τελευταίες μέρες έχω ρημάξει τα παγωτά. Με βλέπουν από μακριά και παίρνουν δρόμο. Σκέφτηκα να γράψω για αυτά που ξεχώρισα φέτος το καλοκαίρι, καινούρια και παλιά:

Myan Mystica (Algida): Όσοι ξερογλείφεστε ήδη από τη διαφήμιση με τη λαχταριστή και μελαμψή καλλονή Eva Longoria δεν θα απογοητευτείτε. Άλλο επίπεδο γεύσης. Ιδίως αυτό που έχει μέσα κανέλα και μοσχοκάρυδο δεν παίζεται. Επιλέξτε το με κλειστά τα μάτια

Ξυλάκι με επικάλυψη σοκολάτας ΙΟΝ αμυγδάλου, Κρι-Κρι: πολύ έξυπνη επιλογή για την επικάλυψη αυτού του παγωτού η βιωματική και αξεπέραστη ΙΟΝ αμυγδάλου (η πρώτη σου σοκολάτα και παντοτινή). Η βανίλια που έχει μέσα είναι υπερβολικά "απλή" ίσως, αλλά η έκπληξη του να τρως παγωτό με την ίδια γεύση ακριβώς της σοκολάτας των παιδικών σου χρόνων σε κάνει να μην το προσέχεις.

Banana split-Κρι-Κρι: Συνδυασμός μπανάνα και σοκολάτα. Κόλαση. Η άστοχη ονομασία banana split (που νομίζω σημαίνει να σερβίρεις μία φρέσκια μπανάνα κομμένη κατά μήκος σε πιατάκι γόνδολα και να βάλεις δίπλα διάφορα παγωτά) δεν θα σας ενοχλήσει όταν η γεύση του παγωτού αυτού θα σας ταξιδεύσει στα ουράνια.

Fifty-fifty: Με έπιασε πανικός τις προάλλες που δεν μπορούσα να το βρω σε κανένα ψυγείο, μήπως και σταμάτησε να βγαίνει. Το κλασικό "σάντουιτς", μισό σοκολάτα μισό κρέμα και όλο σε απίθανο μπισκότο, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις.

Για τους χανιώτες: φυσικά παγωτό από τον "ιταλό", ή από το Vienna στη 1866. Δοκιμάστε άλλη γεύση κάθε φορά αν αντέχετε να απαρνηθείτε την απόλαυση των γεύσεων που ήδη έχετε φάει.

Α, και ένα αποτυχημένο: το παγωτό mohito του σπιτικού (επίσης σε χανιώτες απευθύνομαι). Αφήστε το καλύτερα... θα τρίζουνε τα κόκκαλα του Χεμινγουέι...

Παρασκευή, Αυγούστου 01, 2008

Ξαφνικά να σκοτεινιάζει

Είναι πολύ δύσκολο να το περιγράψω. Είναι κάτι σαν αυτό που έχουμε συνδέσει με το άγχος, ή τις καταστάσεις που προηγούνται μίας κρίσης πανικού. Το αισθάνομαι κάθε στιγμή που είμαι μόνη μου και τις περισσότερες φορές που είμαι με το φίλο μου. Όταν είμαι με άλλα άτομα μία αυτοματοποιημένη «ευθυγράμμιση» της συμπεριφοράς, ή και η χαρά που πάντα νιώθω όταν είμαι με φίλες μου π.χ., μειώνουν την ένταση αυτής της κατάστασης. Αισθάνομαι ότι όλα θα πάνε στραβά. Για την ακρίβεια αισθάνομαι ότι ήδη πάνε στραβά. Αδυνατώ πλέον να χαρώ τις όμορφες στιγμές που έχω στην προσωπική μου ζωή εξ αιτίας κάποιου αδιευκρίνιστου φόβου. Στη συμπεριφορά είμαι ανυπόφορη. Ανυπόφορη προς τον εαυτό μου, με αυτά που σκέφτομαι και αισθάνομαι, και τα κύματα απαισιοδοξίας που αφήνω να σαρώνουν τα πάντα μέσα μου. Αλλά νυπόφορη έχω αρχίσει να γίνομαι και προς τον σύντροφό μου, με ένα σωρό παραξενιές και υπερβολικές αντιδράσεις, αδυνατώ να ελέγξω τη συμπεριφορά μου και τα συναισθήματα που νιώθω. Δεν μπορώ να εντοπίσω λογικά την αιτία αυτής μου της κατάστασης. Φόβο και δυσπιστία απέναντι στην καινούρια μου σχέση είχα ούτως ή άλλως μετά το τέλος της παλιάς, όμως φαίνεται πλέον ότι όσο περνά ο καιρός τόσο λιγότερο εμπιστεύομαι τον άνθρωπο που έχω δίπλα μου. Δεν ξέρω τι να κάνω και δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Από τη στιγμή που ξυπνάω το πρωί η απαισιοδοξία και η κατάθλιψη με τραβάνε από τα μαλλιά και τα κρατάνε σφικτά και οδυνηρά όλη τη μέρα, μην αφήνοντας τα εγκεφαλικά μου κύτταρα να παράγουν παρά σκέψεις παραμορφωμένες, διαστρεβλωμένες, φαύλες, πιέζουν και καρφώνουν την καρδιά μου μέχρι να βεβαιωθούν ότι δεν θα αντλήσει ούτε μία σταγόνα αίμα άνετα και ανεμπόδιστα αλλά βαριά και κουραστικά, σφιγμένη, πετρωμένη και ταραγμένη από μία αγωνία που το μυαλό δεν ξέρει να της εξηγήσει.

Έλα ρε Σκάρλετ, πάμε άλλη μια φορά: «Αύριο είναι μια καινούρια μέρα». Ελπίζουμε στο καλύτερο.

Κυριακή, Ιουλίου 20, 2008

Rape child...

...σε αντίθεση με το "love child" θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το βιβλίο "Επιστήμη και Θρησκεία-μια ιστορική προσέγγιση" που επί μήνες μετέφραζα πριν από αρκετό καιρό. Ένα ενδιαφέρον ομολογουμένως περιεχόμενο, ατυχώς εγκλωβισμένο σε ένα εχθρικά στριφνό κείμενο με βασάνιζε αλύπητα και έφτασε στο σημείο να δοκιμάσει όχι μόνο τις πνευματικές αλλά και τις ψυχικές αντοχές μου (αφού δεν πέταξα το βιβλίο από το παράθυρο είμαι σίγουρα άνθρωπος με μεγάλη υπομονή). Στις αντιξοότητες που αντιμετώπισα κατά την αγωνιώδη προσπάθειά μου να μεταφέρω το κείμενο αυτό στην ελληνική γλώσσα ισορροπώντας αβέβαια ανάμεσα στην "ερμηνεία/απόδοση" του νοήματος (την αναγκαστική, κατ' εμέ, απομάκρυνση από την αυστηρή πρωτότυπη έκφραση για χάρη μιας πιο ομαλής και νοητικά συνεχούς διατύπωσης) από τη μία και την "πίστη" που αναγκαστικά οφείλω στο πρωτότυπο (γιατί μετάφραση έκανα, όχι ελεύθερη απόδοση), ήρθε να προστεθεί μία κακή και ετεροχρονισμένη "συνεργασία" με τον επιμελητή (κατ' ευφημισμόν συνεργασία μάλλον, γιατί ουδέποτε επικοινωνήσαμε άμεσα, μόνο μέσω των διορθώσεών του και των ενστάσεών μου σε αυτές). Άνθρωπος αναντίρρητα ικανός, γνώστης της γλώσσας, έκανε καίριες πολλές φορές διορθώσεις και καλές αντιπροτάσεις, είχε όμως άλλη νοοτροπία από μένα σε σχέση με τη μετάφραση. Ενώ εγώ προσπάθησα να αποστασιοποιηθώ κατά το δυνατόν από την αυστηρή έκφραση του κειμένου για να δώσω στον αναγνώστη μία μετάφραση που θα τον "τρομάζει" και θα τον "απωθεί" όσο γίνεται λιγότερο (δεδομένης της στριφνότητας του πρωτότυπου), αυτός υποστήριζε με άκαμπτο πατριωτισμό την προσκόλληση στην πρωτότυπη έκφραση, προσπαθώντας να δώσει ένα κείμενο πιο αντιπροσωπευτικό του αρχικού κειμένου, και αναγκάζοντας τον αναγνώστη να έρθει πιο κοντά στο κείμενο αντί να φέρει το κείμενο πιο κοντά στον αναγνώστη (αν εννοείτε τι εννοώ).

Το βιβλίο αυτό ουσιαστικά μου κόστισε χρήματα, γιατί η μετάφρασή του προχωρούσε ιδιαίτερα αργά. Όταν είδα στο ίντερνετ ότι είχε κυκλοφορήσει δεν ήμουν και πολύ σίγουρη ότι ήθελα να το πάρω στα χέρια μου, θεωρώντας το καρπό μίας μορφής βιασμού από το κείμενο και όχι έρωτα για το κείμενο (εξού και ο τίτλος της παρούσας δημοσίευσης). Μία από τις τρεις μέρες που πέρασα στην Αθήνα μετά το ταξίδι μου στις Κυκλάδες με βρήκε σε ένα βιβλιοπωλείο, μπροστά στον τομέα "εκλαϊκευμένη επιστήμη". Ο καρπός του αιματηρού μόχθου μου ήταν εκεί. Το "παιδί" που έσκισε σπαρακτικά τα σπλάχνα του νου μου για να έρθει στον μάταιο τούτο κόσμο ήταν εκεί, πλάι στο δίδυμο αδερφάκι του, φασκιωμένο στα μαύρα, με το όνομά μου γραμμένο στο κορδελάκι που ήταν δεμένο στον απαλό καρπό του. Δεν μπορούσα να μην το πάρω στα χέρια μου. Καθισμένη σε μια γωνιά βρέθηκα να το ξεφυλλίζω, αφήνοντας την ανάγνωσή του να μου θυμίσει ξανά το ενδιαφέρον περιεχόμενό του. Περιεργάστηκα τη γραφή, το σμίξιμο των δύο αντίθετων απόψεων για τη μετάφραση, της δικής μου και του επιμελητή, και με ανακούφιση κατάφερα μέσα από αυτό να ξεχωρίσω τη γραφίδα της πένας μου: ναι, ήταν δικό μου. Μπορεί κάποιος άλλος να το επιμελήθηκε μετά από μένα, αλλά ήταν δικό μου, έτσι γράφω εγώ, κάπου ανάμεσα στις κύριες και τις δευτερεύουσες προτάσεις του, κάπου ανάμεσα στις τελείες και τα κόμματα, μέσα στη δομή και τις λέξεις του, στο κείμενο αυτό είχε σταλάξει κάτι από τη σκέψη μου, κάτι από τη λεκτική μου έκφραση, το ύφος μου, σαν να του είχα δώσει κάτι από το βάδισμά μου ή τον τρόπο που γυρνάω το κεφάλι μου. Ανάμεσα στους περιορισμούς που αναγκαστικά περιχαρακώνουν τη μετάφραση, ανάμεσα στους μαιάνδρους του περιεχόμενου του πρωτότυπου κειμένου ανάσαινα διαβάζοντας την πνοή της δικής μου της γραφής.

Σκέφτηκα την επαγγελματική μου πορεία. Την σκέφτηκα να απεικονίζεται συμβολικά μα και ουσιαστικά σε μία σειρά από βιβλία που ακουμπούν το ένα στη ράχη του άλλου, σύμφωνα με την αλληλοδιαδοχή των αντίστοιχων μεταφραστικών εργασιών. Το βιβλίο, ένα αντικείμενο για μένα τόσο αγαπημένο, μπόρεσε να δεχθεί σε κάποια από τα αντίτυπά του (σταγόνα στον ωκεανό ίσως, αλλά και πάλι η δική μου σταγόνα) κάτι από τον εαυτό μου.

Mamma mia…

… η εξηντάρα Μέριλ Στριπ ίσον με τρεις εικοσάρες και βάλε σε αυτό το απολαυστικό μιούζικαλ, τα νησιά των Βορείων Σποράδων είναι ένας παράδεισος που ευγνωμονούμε που βρίσκεται τόσο κοντά μας, ιδανικό φόντο για τα πασίγνωστα τραγούδια των Abba που μας ξεσηκώνουν από την πρώτη νότα, πολύχρωμα πλάνα όπου μελωδία και εικόνα ζευγαρώνουν μέσα σε ένα τρελό πανηγύρι, όλη η ταινία μοιάζει με ύμνο στη χαρά της ζωής και πειστική παρότρυνση για ξεφαντώματα μέχρι πρωίας.

Στις λεπτομέρειες τώρα. Η Μέριλ Στριπ όπως είπα ίσον με τρεις εικοσάρες τουλάχιστον. Η ενέργειά της, η φυσική εσωτερική και εξωτερική ομορφιά της –καταφέρνει άνετα να λάμπει γλυκά παρά την αυστηρότητα στην οποία θα μπορούσαν να παραπέμπουν οι γραμμές του προσώπου της, η τόλμη της να δοκιμαστεί σε κάτι τόσο απαιτητικό και διαφορετικό από ό,τι την έχουμε συνηθίσει σε μια ηλικία που η μέγιστης επιτρεπόμενης έντασης δραστηριότητα θα ήταν για άλλες το πλέξιμο. Δεν διστάζει να τραγουδήσει, να χορέψει, να φανεί ερωτική δείχνοντάς μας ότι η γοητεία μιας γυναίκας ουδεμία σχέση έχει με την ηλικία της, καθώς φτάνει και ξεπερνά σε «παλμό» την κινηματογραφική της «κόρη» που έχει το ένα τρίτο της ηλικίας της. Σχεδόν σε κάνει να εύχεσαι να είχες τα χρόνια της!

Η «κόρη» είναι ένα όμορφο κορίτσι με μάτια στο χρώμα της θολής και ταραγμένης θάλασσας, ένα χείμαρρο ξανθών μαλλιών που θα μπορούσε να κάνει έναν άνδρα ακόμη και φετιχιστή και ένα σφιχτό, λυγερό κορμί με τις σωστές καμπύλες. Το αγγελικό της προσωπάκι, που παραπέμπει ταυτόχρονα στην αθωότητα ενός παιδιού και τη λαγνεία μιας γυναίκας, ακκίζεται χαριτωμένα καθώς τα ζουμερά της χείλη ακολουθούν τα λόγια των γνωστών τραγουδιών. Ιδανική για το ρόλο –νομίζω έπαιζε και στην ομώνυμη θεατρική παράσταση.

Οι μπαμπάδες: ο πιο ωραίος από αυτούς και πραγματικά ο «μεγάλος» έρωτας της “Mamma”-Στριπ, ο Πηρς Μπρόσναν, αποδεικνύεται δυστυχώς και ο πιο ακατάλληλος για το ρόλο και το είδος αυτό. Ο τύπος είναι χάρμα οφθαλμών, φοβερό πρόσωπο, φοβερό κεφάλι, φοβερό παράστημα, take me now baby here as I am, κι όμως περιορίζεται στο να κάνει το «μοντέλο» στην ταινία. Μοιάζει ανίκανος να πάρει οποιαδήποτε άλλη έκφραση εκτός από την επιτηδευμένη αν και γοητευτική ματιά του με το ελαφρό σήκωμα του φρυδιού. Το πρόσωπό του συσπάται σε ένα ύφος δυσκοίλιο (μέρες δυσκοίλιο, θα έλεγα) όταν τραγουδάει, αν και η φωνή του καθαυτή δεν είναι τόσο χάλια αν το καλοσκεφτείς. Οι στιγμές που τραγουδάει πάντως σε ξεσυντονίζουν κάπως από αβίαστο feelgood της ταινίας, σκέφτεσαι ότι καλά θα κάνουν στο Χόλιγουντ να μη βάζουν τις γλάστρες να τραγουδάνε (ακόμη και μια τόσο γοητευτική γλάστρα «χάνει» με τον τρόπο αυτό).

Οι άλλοι δύο μπαμπάδες είναι πολύ καλοί και πειστικοί, με το ίδιο τους το παρουσιαστικό «κομμένο και ραμμένο» θα έλεγε κανείς για τους ρόλους του εσωστρεφούς και άτολμου καριερίστα από τη μία και του αιώνιου ταξιδιώτη και ακούραστου εραστή της περιπέτειας από την άλλη.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει για τον σουρεαλισμό που αποπνέει ειδικά για έναν έλληνα η ταινία αυτή. Το τοπίο είναι αναγνωρίσιμα ελληνικό, βιωματικό, οικείο. Σου φαίνεται περίεργο το πώς φώλιασε μέσα σ’αυτό ένα πρωτοκλασάτο καστ του Χόλιγουντ από τη μία και αρκετές φυσιογνωμίες και προφορές βρετανικής προέλευσης από την άλλη, όλα αυτά δεμένα με τραγούδια που είχες συνδέσει με τη χρυσή εποχή της ντίσκο και που σε παρέπεμπαν σε διαλειπόντως αναλάμποντα στρόμπολι και όχι σε παραδοσιακούς ελαιώνες, συμπαθητικές κατσικούλες και σεμεδάκια στο βελονάκι.

Συμπερασματικά θα σας πρότεινα να δείτε την ταινία, κατά προτίμηση σε σινεμά και επίσης κατά προτίμηση σε θερινό (αν και εγώ παρόλο που το είδα σε χειμερινό δεν ένιωσα την αίθουσα να με «μπουκώνει», αφού η ταινία ήταν τόσο ανάλαφρη και καλοκαιρινή).

Κι αρμενίζαμε...

Έχω καιρό να γράψω στο μπλογκ παρόλο που ήταν πολλές οι φορές που ήθελα κάτι να γράψω (κάποιες από τις φορές αυτές βέβαια δεν είχα πρόσβαση σε υπολογιστή). Για παράδειγμα ήθελα πολύ να σας πω για το ταξίδι μου με ιστιοφόρο στα νησιά των Κυκλάδων. Δύσκολο να περιγράψω την αίσθηση που σου δίνει η πλεύση πάνω στα κύματα (από μικρή είχα μία ιδιαίτερη σχέση με κάθε είδους «κούνημα» που έκανε το όχημα που με μετέφερε, ήδη από μωρό έκλαιγα όταν σταματούσαμε στα φανάρια με το αυτοκίνητο και ο μπαμπάς μου προσπαθούσε να σταματά σιγά σιγά, σταδιακά, για να αναβάλλει όσο γίνεται την κατάσταση ακινησίας που τόσο με δυσαρεστούσε. Ακόμη και σήμερα όποτε δεν μπορώ να κοιμηθώ φαντάζομαι ότι ταξιδεύω με πλοίο και ότι έμμεσα είμαι ξαπλωμένη «στην αγκαλιά της θάλασσας», που με το νωχελικό κούνημά της με νανουρίζει). Δύσκολο επίσης να περιγράψω την αίσθηση ελευθερίας που νιώθεις όταν «σπίτι» σου για μια βδομάδα γίνεται ένα σκάφος, αυλή σου η θάλασσα και περίβολος η ακτή (ή στη χειρότερη περίπτωση ο ντόκος σε ένα λιμάνι). Πραγματικά νιώθεις ότι είσαι αλλού, ότι έχεις αφήσει πίσω σου τα της στεριάς και ότι πλέον το μόνο που σε αφορά είναι η πνοή του ανέμου και οι στροβιλισμοί των θαλάσσιων ρευμάτων. Απόλυτο «χάσιμο» (όχι χρόνου, χάνεσαι από τον κόσμο εννοώ) η ραστώνη της ξάπλας πάνω στο σκάφος, η πρωινή βουτιά σε γαλανά νερά δυο βήματα από το κρεβάτι σου, η ανάσα, η ανάσα, η ανάσα ελευθερίας που λυτρώνει τη σκέψη σου από όλα τα «γήινα» δεσμά.

Φυσικά έρχονται και οι στιγμές που το σώμα συνειδητοποιεί ότι δεν σηκώνει τόσο αποπροσανατολισμό (με θυμάμαι να σηκώνομαι ψιλοανακατεμένη ένα πρωί με το σκάφος σε αρκετά μεγάλη πλευρική κλίση, τόσο που έπρεπε να σκεφτώ πρώτα ότι η γραμμή πίσω του –ήτοι ο ορίζοντας- είναι «το ίσιο» και που έφερα εντελώς αυθόρμητα στο μυαλό μου την παροιμιώδη φράση «ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε»). Σίγουρα τις πρώτες μέρες σου λείπουν κάπως οι ανέσεις που είχες συνηθίσει, αλλά μετά από λίγο τις ξεχνάς και αφήνεσαι με το σώμα και το μυαλό ξεγυμνωμένα να σε πάει το ταξίδι όπου θέλει αυτό, να σου φέρει ό,τι θέλει αυτό.

Η επαναφορά στη στεριά ήταν επίσης δύσκολη για ένα μυαλό που είχε με τις μέρες μάθει να αποκαθιστά αυτόματα μία κατάσταση ασταθούς (έστω) ισορροπίας κόντρα σε κάθε πεισματικά αποσταθεροποιητική κίνηση του σκάφους. Για δυο τρεις μέρες νιώθαμε ακόμη τη στεριά να «κουνάει», ενώ δεν έλειψαν οι φορές που εγώ τουλάχιστον κόντεψα να σκοτωθώ σκοντάφτοντας από δω κι από κει. Βλέπετε η αέναη κίνηση είχε γίνει πλέον το «ακίνητο» σύστημα αναφοράς για το μυαλό μου και η αναπάντεχη παραμονή στην ίδια θέση του εδάφους κάτω από τα πόδια μου ήταν πολλές φορές μία έκπληξη που με έβρισκε απροετοίμαστη. Αφού την έβγαλα καθαρή πάλι καλά.

Τραγούδια για τη θάλασσα που έφερνε συνειρμικά στα χείλη των φίλων συνταξιδιωτών η εμπειρία του ταξιδιού μας θα είναι πια συνδεδεμένα στο νου μου με την ανάμνησή του και την αίσθηση ότι αφήνομαι ανενδοίαστα και ξέγνοιαστα στις θωπείες και την «αγκαλιά» της θάλασσας. Πραγματικά προτείνω σε όποιον από εσάς έχει την ευκαιρία να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι να μην την αφήσει να πάει χαμένη.

Πέμπτη, Ιουλίου 03, 2008

Το ταξίδι ξεκινά απ' το μυαλό

Είναι να φύγω αύριο για ένα πολλά υποσχόμενο (και εν μέρει ανησυχητικό, δεν ξέρω από πολλές απόψεις τι να περιμένω) ταξιδάκι με ιστιοφόρο σε νησιά των Κυκλάδων. Το κακό είναι ότι θέλω να επιμεληθώ και να στείλω ένα κεφάλαιο πριν φύγω και είναι απλώς αδύνατον. Το μυαλό μου έχει ήδη καταπιαστεί με τις ετοιμασίες (ενδεικτικά: πόσα αντηλιακά θα χρειαστώ; να πάρω και ένα πιο ζεστό μπουφάν για το βράδυ, μήπως μια πολύ φαρδιά κορδέλα για τα μαλλιά, σχεδόν σαν μαντήλι, με εξυπηρετούσε καλύτερα από καπελάκι, εκείνο το ταξιδιωτικό ημερολόγιο moleskin που είχα τι απέγινε; μπορεί να θέλω να γράψω τίποτα εντυπωσεις, η μπαταρία της φωτογραφικής είναι φορτισμένη; κάτι αντηλιακά τύπου βραχιολάκια που έχουν βγει δεν θα ήταν ό,τι πρέπει για το σκάφος; μα επιτέλους ας σκεφτώ και κάτι εκτός από αντηλιακά!)

Που λέτε το μυαλό δεν συνεργάζεται για την επιμέλεια του κεφαλαίου σχετικά με τη λειτουργία των γονιδίων, έχει ήδη σαλπάρει. Επεξεργάζεται συνεχώς μία λίστα με τα απαραίτητα για το ταξίδι σε πρώτο πλάνο, και σε δεύτερο φαντάζεται αμμουδερές παραλίες και νωχελικά απομεσήμερα, γλυκιές βραδιές και ανέμελες μέρες γεμάτες με τα γέλια της παρέας, κρατάει την αναπνοή του σε ένα ατέλειωτο μακροβούτι χαλάρωσης και αναζωογόνησης. Βγες έξω ρε, έχουμε ένα κεφάλαιο γενετική να παραδώσουμε!

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2008

Τα ίδια και σήμερα...

...τελικά η γειτόνισσα μιλάει στο τηλέφωνο από χόμπυ. Τη φαντάζομαι, αν και δεν την έχω δει, κάθε πρωί που σηκώνεται να στρογγυλοκάθεται σε μία καρεκλίτσα δίπλα στο τραπεζάκι με το τηλέφωνο και να ...πιάνει δουλειά. Μαραθώνια προβλέπονται τα τηλεφωνήματα και σήμερα, και το κακό είναι ότι το τραπεζάκι και το τηλέφωνο βρίσκονται ακριβώς μπροστά στο παράθυρο που είναι απέναντι σε μένα. Σαν να μιλάει κάποιος στο παραδίπλα δωμάτιο του σπιτιού με τη διαφορά ότι δεν υπάρχουν τοίχοι...

Θα της προτείνω να πιάσει δουλειά σε telemarketing, αυτούς που σε παίρνουν τηλέφωνο και σε πρήζουν για διάφορα προϊόντα. Τουλάχιστον έτσι θα βγάλει και κανα φράγκο.

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2008

Τέλειωνε κυρία μου...

... ααααα, σήμερα με ενοχλούν όλοι και όλα μου φαίνεται. Και πάνω απ' όλα με ενοχλούν όπως πάντα οι θόρυβοι αλλά και οι ήχοι γενικότερα. Θεωρώ ότι ο θόρυβος είναι από τους χειρότερους ρύπους των πόλεων. Υποτίθεται ότι τον έχουμε συνηθίσει, μας διαλύει όμως τον εγκέφαλο χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Σήμερα εκτός από το φασαριόζικο μηχανάκι που θα περάσει μια στο τόσο, τόν παλιατζή με τον τόνο στο άρθρο (βλέπε προηγούμενη δημοσίευση), το ξεχαρβαλωμένο αυτοκίνητο που θα σταματήσει με ανοικτή τη μηχανή ίσα ίσα για να σπαταλάει βενζίνη αλλά κυρίως για να μου σπάει τα νεύρα, με ενοχλεί αφάνταστα και μία γειτόνισσα που εδώ και περισσότερο από μία ώρα μιλάει στο τηλέφωνο αραχτή επειδή δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει. Το νευραλγικό "μπίρι μπίρι" της διαπερνά ακατάληπτο τις ωτασπίδες μου και καταφέρνει να προσγειώνεται σε κάθε της φράση στο κέντρο της αντίληψής μου, εκτοπίζοντας τις λέξεις και τα νοήματα με τα οποία παλεύω η δύσμοιρη μεταφράστρια. Για την ακρίβεια εδώ και αρκετή ώρα ευχαριστεί τον συνομιλητή της για κάτι, με έναν τόνο στον οποίο εγώ εντοπίζω μία ελπιδοφόρα καταληκτική χροιά (λέω άντε, τώρα θα κλείσει), για να διαψευστώ ξανά και ξανά κάθε στιγμή που παρατείνεται (στο διηνεκές) το τηλεφώνημά της. Λες αν ανοίξω τον ανεμιστήρα να "πάρει" μερικά ηχητικά κύματα μακριά μου; (Απάντηση: όχι, τον ανοίγω και κάνει το ίδιο). Να κλείσω το τζάμι; Θα σκάσω για χάρη της δηλαδή τώρα; Να πάω να κόψω το καλώδιο του τηλεφώνου που φτάνει ως το σπίτι της; Δύσκολο. Άντε κυρία μου, τέλειωνε... έχουμε και δουλειές!

'Ο παλιατζής...

το "ο" με τόνο. Γιατί εκεί τονίζεται. "Ό παλιατζής καθαρίζω..." Καθαρίζεις ρε άνθρωπε, το έχουμε εμπεδώσει... παλιά ψυγεία παλιές κουζίνες παλιά πλυντήρια, οικόπεδα ισόγεια υπόγεια καθαρίζεις (για τους ορόφους το συζητάει προφανώς). Το έχουμε μάθει απέξω πια γιατί μας υποχρεώνεις σε επανάληψη ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ!!! Είναι δυνατόν να έχουμε καινούρια παλιοσιδερικά ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ; Άσε μας λίγο καιρό να τα μαζέψουμε από σιγά σιγά και τα παίρνεις όλα μαζί. Δεν είναι ανάγκη να μας παίρνεις τα αυτιά σε καθημερινή βάση, έλεος!

Τρίτη, Ιουνίου 17, 2008

Τα πλουμιστά ονόματα των πουλιών

Μία από τις σημερινές απαντήσεις του επιμελητή μου για ένα βιβλίο νησιωτικής βιογεωγραφίας που μεταφράζω με άφησαν άφωνη. Στο κείμενο συνάντησα πολλές ονομασίες πτηνών, για τις οποίες ρώτησα αν υπάρχει και στα ελληνικά κοινή ονομασία. Συγκεκριμένα η απορία μου ήταν:

υπάρχει ελληνική ονομασία για κάποιο από τα παρακάτω ή να αφήσω όλα τα λατινικά ονόματα; Guam rail (Rallus owstoni), white-browed rail (Poliolimnas cinereus), white-throated ground-dove (Gallicolumba xanthonura), Mariana fruit-dove (Ptilinopus roseicapilla), Micronesian kingfisher (Halcyon cinnamomina), nightingale reed-warbler (Acrocephalus luscinia), Guam flycatcher (Myiagra freycineti), rufous fantail (Riphidura rufifrons), cardinal honeyeater (Myzomela cardinalis), and bridled white-eye (Zosterops conspicillatus)

και η απάντηση που έλαβα η εξής (θαυμάστε ομορφιά στα ονόματα):

μπορείς και να αφήσεις τα λατινικά, ή να πεις τα εξής: νεροκοτσέλα του Γκουάμ (Rallus owstoni), λευκόφρυδη νερόκοτα (Poliolimnas cinereus), λευκόλαιμο εδαφοπερίστερο (Gallicolumba xanthonura), φρουροπερίστερο των Μαριάνα (Ptilinopus roseicapilla), αλκυόνα της Μικρονησίας (Halcyon cinnamomina), αηδονοποταμίδα (Acrocephalus luscinia), μυγοχάφτης του Γκουάμ (Myiagra freycineti), καστανοκόκκινος ριπίδουρος (Riphidura rufifrons), καρδινάλιος μελισσοφάγος (Myzomela cardinalis), και ο δυσφορών ζωστήροπας (Zosterops conspicillatus)

Οι σκέψεις μου γεμίζουν με παραμυθένια πλουμιστά φτερά στο άκουσμα και μόνο αυτών των ονομάτων. Όταν το όνομα συνοδεύει τη χάρη...

Πέμπτη, Ιουνίου 12, 2008

Κανείς δεν λέει "σ' αγαπώ"...

... όλοι λένε "σ' αγαπάω"; Εσείς τι λέτε; Είστε υπέρ της συνηρημένης μορφής ή της ασυναίρετης;

How to drive a woman crazy

Γενικά έχω τη φήμη ήρεμου ανθρώπου, όσοι με ξέρουν λένε ότι τους βγάζω ιδιαίτερη ηρεμία (κάτι ανάμεσα στο νωθρό και το ψόφιο τέλοσπάντων), αν και εγώ γνωρίζω ότι δεν είναι πάντα έτσι τα πράγματα. Πράγματι πολλές φορές δεν αφήνω πράγματα που άλλους θα εκνεύριζαν να με πειράξουν -ολύμπια ψυχραιμία κατά την οδήγηση, η χειρότερη "βρισιά" που έχω να πω για τον άλλο οδηγό είναι ένα ειρωνικό "Ωραίο φλάς", όταν δεν το βγάζει για να στρίψει, αποφυγή καυγάδων με έντονη συναίσθηση του γεγονότος πως ό,τι και αν "κερδίσω" ερίζοντας θα το έχω ήδη χάσει πληρώνοντας το ψυχικό κόστος του εκνευρισμού, οπότε δεν αξίζει τον κόπο. Το πιο δύσκολο ίσως πράγμα ως εκ τούτου είναι να με κάνει κανείς να θυμώσω. Όμως παρά τη γενικότερη ηρεμία που καταφέρνω να έχω υπό κανονικές συνθήκες και λίγο έξω από τα όρια αυτών (περισσότερο από ό,τι ο μέσος άνθρωπος, πιστεύω), δεν θα έλεγα ότι με χαρακτηρίζει πραγματική ψυχραιμία στην περίπτωση που θα συγχυστώ. Εκεί το χάνω. Νομίζω γι' αυτό δεν εκνευρίζομαι εύκολα, είναι άμυνα του οργανισμού γιατί δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω.

Σήμερα λοιπόν έγινε κάτι που με έβγαλε έξω από τα ρούχα μου. Η χαριτωμένη πλην ψιλοσπαστικιά (κυρίως επειδή τραγουδάει όταν εργάζεται, δημιουργώντας μέσα στο σπίτι έναν ήχο που δεν αναγνωρίζω μεταξύ των οικείων σε μένα ήχους του σπιτιού) φιλιππινέζα που εδώ και δυο τρεις βδομάδες έρχεται και καθαρίζει μου την είχε στημένη. Πέφτω η δύσμοιρη να ξαπλώσω για μεσημέρι, να ξεκουράσω το ταλαίπωρο κορμί και το ξεχαρβαλωμένο μυαλό που μου'λαχε να κουβαλάω σε τούτη τη ζωή, και αυτή το βρίσκει σκόπιμο να μου κάνει το πιο αποτρόπαιο πράγμα στον κόσμο: ΝΑ ΜΟΥ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ, δηλαδή το τραπέζι πάνω στο οποίο έχω απλώσει χύμα και τσουβαλάτα (εντροπικά πλην λειτουργικά, αν θέλετε) όλα τα σύνεργα της γνώσης με τα οποία ανατέμνω καθημερινά το νόημα από τις λέξεις και το μεταφέρω από τη μία γλώσσα στην άλλη.

Δεν έχω λόγια, πραγματικά, να περιγράψω τα πολλαπλά εγκεφαλικά που έπαθα. Τι δουλειά έχουν τα λεξικά αυτά στην άκρη του γραφείου; Αυτά πρέπει να είναι συνεχώς δίπλα μου, οι αποδείξεις για την εφορία γιατί είναι εδώ και όχι εκεί που τις αφήνω (χύμα πάνω σε κάτι φακέλους, αλλά εν πάσει περιπτώσει). Τα χαρτάκια αυτά τι είναι και τι δουλειά έχουν εδώ; Πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσω τα στυλό μου όταν βρίσκονται όλα στριμωγμένα μέσα στη μολυβοθήκη, μαγκωμένα από τις γομολάστιχες; Τα 2 μου ποντίκια (τυχαίνει να έχω δύο) τακτοποιημένα σε σημείο που να μην μπορώ να τα πιάσω, το ημερολόγιο και το τετράδιο στα οποία σημειώνω καθημερινά κάτω από άλλα χαρτικά που δεν χρησιμοποιώ ποτέ, στο σημείο εκείνο που είναι τώρα μόνο αυτές οι φωτοτυπίες υπήρχε και κάτι άλλο το ξέρω και πού θα μου πάει, θα βρω τι ήταν και πάνω απ' όλα το πιο αποτρόπαιο, ειδεχθές, εμετικό πράγμα που έκανε ήταν ότι όλα αυτά τα τοποθετούσε ΣΥΜΜΕΤΡΙΚΑ πάνω στο γραφείο. Συμμετρικά! Αν είναι δυνατόν! Προς εμένα που δεν μπορώ καν να διατηρήσω τα διπλωμένα ρούχα διπλωμένα, αν και όταν τα διπλώσω, αυτό είναι προσωπική και βαθύτατη προσβολή.

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να φωνάξω έξαλλη "ποιος μου τακτοποίησε το γραφείο", μετά να ρίξω κάποιες στίβες από βιβλία κάτω σπρώχνοντάς τις από το πλάι με το χέρι (επείγουσα αντιμετώπιση καταστάσεων επικίνδυνα χαμηλής εντροπίας), να προσπαθώ να συνεννοηθώ με την καθυστερημένη καθαρίστρια και να της δώσω να καταλάβει ότι δεν πρέπει ξανά ΠΟΤΕ να ακουμπήσει ΤΙΠΟΤΑ πάνω στο γραφείο αυτό, αλλά και να βρω τι πήγαινε πού μπας και αποκαταστήσω μέρος της ακαταστασίας μου, που τελικά δεν είναι ακαταστασία αλλά λειτουργική διάταξη χρηστικών αντικειμένων (γαρνιρισμένη με μερικά άχρηστα προς τιμήν της Μεγάλης Εντροπίας βοήθειά μας). Μα τι ήταν ρε γμτ εκεί που είναι οι φωτοτυπίες, κάτι είχα ακόμη ή εκεί ή δίπλα... Πού θα μου πάει, θα το βρω. Εντροπία φορέβα εντ έβα.

Τρίτη, Ιουνίου 03, 2008

Και ξαφνικά να πνίγομαι

Και εκεί που όλα πήγαιναν καλά στη ζωή μου, πολύ καλά θα έλεγα ιδίως από ορισμένες απόψεις, να 'μαι χθες και σήμερα να νιώθω σαν να έχω εγκλωβιστεί κάπου και να μη βρίσκω διέξοδο, σαν να απειλούμαι, σαν ένα άγχος, μία υπαρξιακή αγωνία, δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Μόνη μου την έχω πατήσει και το ξέρω. Μία καθηγήτρια μου είχε κάποτε -δεν ξέρω, το έχω ξαναγράψει αυτό στο blog;- ότι της θύμιζα τον εαυτό της γιατί είμαι ένα άτομο "που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το μυαλό του". "Όμως μέσα σου το συναίσθημα βράζει σαν το καζάνι της μάγισσας", μου είχε πει, "και κάποια μέρα θα βρεθείς εντελώς ανυπεράσπιστη μπροστά του". Λοιπόν σήμερα είναι αυτή η μέρα. Ή τουλάχιστον είναι μία από αυτές τις μέρες. Προσπερνώντας, παραβλέποντας ή υποτιμώντας για καιρό πράγματα που με ενοχλούσαν, αποφεύγοντας να τα αντιμετωπίσω κατά πρόσωπο και να προσδιορίσω πώς ακριβώς με κάνουν να νιώθω, έρχομαι να τα βρω τώρα να "σκάνε" ένα ένα μέσα μου χωρίς προειδοποίηση σε μία αιφνιδιαστική επίθεση "εκ των ένδον". Νιώθω ότι θέλω να τρέξω, να παλέψω, να σκαρφαλώσω βουνά, να ξεκολλήσω βράχια (όπα ρε, άσε κάτι και για τους λοκατζήδες), να φύγω, να φύγω, να χαθούν όλα όσα με περιβάλλουν, να κάνε να εξαφανιστεί κάθε ίχνος της πραγματικότητας που ζω, να νιώσω ελεύθερη, να ανασάνω...

Αααααα, δεν πάω καλά. Τι είναι αυτό που μου βγήκε και έγραψα τώρα; Εγώ υποτίθεται είμαι μια χαρά αυτήν την περίοδο. Μήπως παθαίνω διαλείψεις κατά τις οποίες παίρνω ναρκωτικά και μετά το ξεχνάω; Πάντως αν παίρνω είναι σίγουρα ληγμένα, θα πρέπει με κάποιον τρόπο να εξασφαλίσω καλύτερη ποιότητα. Θα επανέλθω στο θέμα, βλέπω και δεν πάει πολύ καλά το μέσα μου, θέλει σέρβις, γενική καθαριότητα, ριζική αποτρίχωση, εντομοεξόντωση, βιολογικό καθαρισμό, ξεχορτάριασμα, ακουαφόρτε και γενικότερα ξελαμπικάρισμα... Τα λέμε.

Δευτέρα, Μαΐου 12, 2008

Ίδιο βλέμμα άλλα μάτια

Πριν λίγες μέρες συνάντησα σε μία παρέα μία γνωστή που ήξερα ότι είχε χωρίσει πρόσφατα. Βλέποντάς την και από κοντά συνειδητοποίησα πόσο έχω προχωρήσει η ίδια από όταν χώρισα. Βέβαια σε αυτήν ήταν πιο ευδιάκριτη η λύπη και η ψυχική αναστάτωση, αλλά μου έδωσε ωστόσο μία απίστευτα γλαφυρή εικόνα του προ μηνών εαυτού μου. Ψαχνόταν διαρκώς να μιλήσει για αυτό εμπιστευτικά με κάποια φίλη, να αναλύσει, να συζητήσει, να καταλάβει (όπως έκανα κι εγώ μέσα από ατέλειωτες διαβουλεύσεις και κουβέντες με φίλες και φίλους). Τα μάτια της βρίσκονταν μία υποψία πριν από το βούρκωμα, κοιτούσαν προς τα κάτω χαμένα σε σκέψεις καθώς μιλούσε με τη διπλανή της, για να χωθούν διεισδυτικά, απογυμνωτικά και απογυμνωμένα μέσα στο δικό μου βλέμμα όταν τη ρώτησα για το χωρισμό της. Πραγματικά δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που κοιτάχτηκα με κάποιον μέσα στα μάτια τόσο βαθιά και αληθινά, πόσω μάλλον από τη στιγμή που η κοπέλα δεν είναι καν φίλη μου, είναι απλά μία γνωστή που αδυνατεί να συγκρατήσει τη θλίψη της και την μοιράζεται μαζί με τον καθένα μέσα από διάπυρα και τρομαγμένα βλέμματα που ψάχνουν διαφυγή. Με ανάλογη διάθεση μοιραζόμουν κι εγώ τις σκέψεις μου για το χωρισμό μου μαζί σας μέσα από αυτό το blog.

Ήθελα τόσο πολύ να της εξηγήσω ότι αυτό που έχει θα περάσει, ότι θα πάψει κάποια στιγμή να υποφέρει, και μάλιστα πιο σύντομα αν το θέλει αρκετά και προσπαθήσει σωστά. Ένιωθα σαν να είχα έτοιμη τη λύση σε ένα πρόβλημα που αυτή έσπαγε νυχθημερόν το κεφάλι της να λύσει, και ήθελα να της την προσφέρω για να την ηρεμήσω. Όμως αυτά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η περίοδος του χωρισμού πρέπει να περάσει βιωματικά από πάνω σου, να σε ρίξει κάτω, να σε πλακώσει, να νιώσεις τον πόνο για να βγει σιγά σιγά από μέσα σου. Αλλά πρέπει να διασχίσει όλη σου την ύπαρξη για να βρει τη διέξοδο. Η πόρτα διαφυγής που ήθελα εγώ να δείξω στην κοπέλα υπήρχε στο δικό μου σύμπαν και όχι στο δικό της. Ήταν δική μου όχι δική της, αυτή έπρεπε να βρει ή να φτιάξει μία άλλη.

Της εύχομαι, όπως και σε όλους όσους περνούν κάτι αντίστοιχο, να είναι σύντομη η διαδρομή που θα την οδηγήσει μέχρι εκεί.

Τετάρτη, Απριλίου 30, 2008

...μα είναι δυνατόν;

...να ετοιμάζομαι να περάσω το τριήμερο στη Σαντορίνη (πολλοί αυτοί που με ζηλεύουν) και την ακριβώς προηγούμενη μέρα να έχω την χειρότερη των διαθέσεων; Πραγματικά δεν βρίσκω τον τρόπο να φύγω από αυτή τη διάθεση και εκνευρίζομαι με τον εαυτό μου. Γίνεται να μου έρθει από κάπου ένα χαστούκι, ένας κουβάς παγωμένο νερό, ένα αμόνι όπως στα καρτούν, κάτι τέλος πάντων να συνέλθω (χμ, με το αμόνι δεν συνέρχεσαι όμως νομίζω, απλώς γίνεσαι χαλκομανία).

Καλή πρωτομαγιά σε όλους (ελπίζω να σας βρει με καλύτερη διάθεση από ό,τι εμένα, που δεν είναι και δύσκολο εδώ που τα λέμε).

Τρίτη, Απριλίου 15, 2008

Επαναδιατύπωση

Δεν ξέρω πόσοι από εσάς διαβάσατε το προηγούμενο post με τη σύγκριση της ταινίας The other Boleyn girl με την τηλεοπτική σειρά The Tudors. Η αλήθεια είναι ότι ούτε εγώ άντεξα να το ξαναδιαβάσω ολόκληρο δεύτερη φορά πριν την οριστική του δημοσίευση (μα πόσα έγραφα πια;). Το μακροσκελές αυτό κείμενο φιλοτιμήθηκε εντούτοις να διαβάσει ένας καλός μου φίλος με υψηλές φιλολογικές αξιώσεις (τουλάχιστον από εμένα), ο οποίος και κατέκρινε (έως και χλεύασε μπορώ να σας πω) μία παράγραφο του κειμένου, λέγοντάς μου ότι δεν είναι αντάξια των εκφραστικών μου δυνατοτήτων και ότι τέτοια απαράδεκτη γραφή μόνο από κάποια πτωχή τω πνεύματι θα περίμενε (χαζή ξανθιά είπε επί λέξη αλλά δεν θέλω να προσβάλλω την Wella, την Colleston και όσες τις χρησιμοποιούν ούτε να συνδέσω χρώματα μαλλιών με νοητικές ικανότητες, είμαι ανώτερος άνθρωπος εγώ -αλλά είμαι και μελαχροινή).
Διαβάζοντας λοιπόν κι εγώ μαζί του για δεύτερη φορά το εν λόγω απόσπασμα, συνειδητοποιώ με φρίκη τα εξής: πρώτον σε μεγάλο βαθμό είχε δίκιο. Δεύτερον ο τρόπος που γράφω θυμίζει πολύ το ύφος που έχουν ορισμένες φορές (τουλάχιστον σε πρωτολειακό επίπεδο) οι μεταφράσεις μου (ακολουθεί δηλαδή μία ροή που στα αγγλικά είναι φυσική αλλά στα ελληνικά φαίνεται αφρόντιστη και άτεχνη). Με άλλα λόγια ο λόγος μου δέχεται παρεμβολές από την μετάφραση, γράφω λίγο "translationese". Σε μία προσπάθεια αποκατάστασης της ανησυχητικής αυτής εκφραστικής κατάπτωσης, καθώς και εξιλέωσης απέναντι στον φίλο μου που σχεδόν "πρόσβαλα" με την χωλαίνουσα γραφή μου, αφού αυτός αξιώνει πολύ περισσότερα από μένα (να'σαι καλά ρε Νίκο, μου δίνεις σκαλοπάτια να ανεβαίνω!), κάνω εδώ μία άλλου τύπου "μετάφραση", από ελληνικά σε ελληνικά, προσπαθώντας να ανεβάσω το επίπεδο του λόγου και να ικανοποιήσω τον απαιτητικό αναγνώστη. Έχουμε και λέμε:

Στο προηγούμενο post γράφω:

"Και εδώ ένα σχόλιο για την γενικότερη αισθητική της σειράς και της ταινίας. Η ταινία μας δείχνει πολύ την εποχή, τους χώρους και τα κουστούμια "όπως θα ήταν τότε". Βλέποντάς την πολλές φορές μου έρχονταν στο νου πίνακες της εποχής αυτής που είχα δει στην Αγγλία ή στο νετ. Τα κουστούμια φαίνονταν πολύ αυθεντικά (ένιωθες σίγουρος ότι ακριβώς το ίδιο πράγμα θα έβλεπες αν πήγαινες σε αντίστοιχο μουσείο) αλλά κάπως "φθαρμένα", "παλιά", πατιναρισμένα. Το ίδιο και οι χώροι. Στη σειρά έβλεπες τα αντίστοιχα στοιχεία "όπως θα ήταν σήμερα", ή όπως θα έπρεπε να ήταν για να μας κάνουν αντίστοιχη εντύπωση σήμερα με αυτήν που έκαναν τότε." (Καλά κυρίως για αυτήν την τελευταία πρόταση με έκανε εντελώς ρόμπα, και όχι άδικα μπορώ να πω.)

Ενώ θα έπρεπε να γράψω κάτι τέτοιο:

"Και εδώ ένα σχόλιο για την γενικότερη αισθητική της σειράς και της ταινίας, αντίστοιχα (η πρώτη πρόταση ήταν οκ αλλά κοτσάρω και ένα αντίστοιχα, το οποίο δεν ξέρω αν είναι πράγματι εμβόλιμο δεδομένου ότι δεν αντιστοιχώ τη σειρά και την ταινία με συγκεκριμένα ξεχωριστά πράγματα, αλλά ας το βάλω εκεί να βρίσκεται). Η ταινία έχει ως στόχο τη ρεαλιστική αναπαράσταση της εποχής και την τήρηση της ιστορικής ακρίβειας ακόμη και στο αισθητικό μέρος της παραγωγής, στα σκηνικά και τα κουστούμια. Ιδίως τα δεύτερα φαίνονταν πολύ αυθεντικά και δεν θεωρώ καθόλου απίθανο να ήταν πραγματικά ρούχα εποχής. Άλλωστε, ήταν εμφανής πάνω τους (σε εμένα τουλάχιστον) η "πατίνα" του χρόνου, η φθορά που έκλεβε κάτι από τη λάμψη τους. Την ίδια αίσθηση μου δημιούργησαν και πολλοί από τους χώρους των γυρισμάτων. Στο Tudors τα κουστούμια έχουν "αναφορές στη σύγχρονη εποχή", ένα "modern styling" ας πούμε. Αστραφτερά και ολοκαίνουρια, απέχουν παρασάγγας από τη "μούχλα" που αναδύεται από τα κουστούμια της ταινίας, είναι πιο "φορμαρισμένα" στα σώματα των ηθοποιών ("ακολουθούν τη γραμμή του σώματος"), στα πλαίσια της ενδυματολογικής αισθητικής που έχουμε σήμερα, ώστε η εντύπωση που θα κάνουν και το δέος που θα εμπνεύσουν στον σημερινό θεατή να είναι ανάλογα, χάρη σε αυτήν την "προσαρμογή", με τις εντυπώσεις που άφηναν στην εποχή τους. "

Εντάξει, παρασύρθηκα λίγο και έγραψα περισσότερα. Σημασία έχει ότι διόρθωσα κατά το δυνατόν μία εκφραστική μου αστοχία και ότι το blog μού έδωσε την ευκαιρία να ακονίσω τα σκουριασμένα εκφραστικά μου εργαλεία, κάτι που θα με ωφελήσει τόσο στην προσωπική μου λεκτική έκφραση όσο και στη δουλειά μου. Νίκο, ευχαριστώ και πάλι.

Κυριακή, Απριλίου 13, 2008

The other Boleyn girl vs The Tudors




Πήγα χθες και είδα την ταινία με τον ελληνικό τίτλο "Η άλλη ερωμένη του βασιλιά", The other Boleyn girl στα αγγλικά. H ερωτική ζωή του Ερίκου VIIΙ, η οποία ξεπερνά τα όρια και της πιο ευφάνταστης σαπουνόπερας, έπεσε για πρώτη φορά στην αντίληψή μου το καλοκαίρι που πέρασε με αφορμή την καλογυρισμένη τηλεοπτική σειρά The Tudors που πρόβαλε καθημερινά στην τηλεόραση το Mega, αν δεν κάνω λάθος. Όσο έβλεπα τη σειρά δεν είχα ιδέα για την όλη ιστορία. Μετά το τελευταίο επεισόδιο του πρώτου κύκλου της σειράς είχα ήδη πληροφορηθεί τα εξής: ο Ερίκος ο 8ος είχε παντρευτεί την αρκετά μεγαλύτερή του ισπανίδα βασίλισσα Αικατερίνη της Αραγονίας, τη οποία είχε παντρευτεί προηγουμένως ο αδελφός του που όμως σκοτώθηκε (προφανώς την παντρεύτηκε για να διπλοκαβατζώσει τη βασιλεία). Μετά από κάποιο διάστημα, και έχοντας ήδη μία κόρη μαζί της (δυσανασχετώντας όμως που δεν του κάνει γιο), την ψιλοβαριέται και "απασχολείται" με διάφορες που βρίσκει στο παλάτι, μεταξύ των οποίων και η Mary Boleyn (που στο Tudors προβάλλεται ως απλώς μία ξεδιάντροπη που πέρασε από το κρεβάτι του βασιλιά). Μετά γνωρίζει και την Anne Boleyn, κατά το Tudors μία ακόμη ανάφτρα (επιτρέψτε μου τις εκφράσεις), η οποία όμως του το παίζει ηθική ("μυξοπαρθένα" μου 'ρχεται να γράψω αλλά ας κρατήσω ένα επίπεδο) και του λέει "μη, σας παρακαλώ, γιατί θέλετε να με ατιμάσετε έτσι, δεν βλέπετε η αδερφή μου τι όνομα έχει βγάλει κτλ). Αυτός λοιπόν της λέει εντάξει καλή, μου να σε πάρω να σε πάρω με παπά και με κουμπάρο αν είναι επιτέλους να σε πάρω (καλά ας το ξεχάσω το επίπεδο, το post αυτό θα είναι της χαμηλότερης υποστάθμης όπως το βλέπω). Προσπαθεί λοιπόν για ακύρωση του πρώτου γάμου, η Αικατερίνη τσινάει. Προσπαθεί να πάρει διαζύγιο μέσω του Πάπα, αποτυγχάνει. Όμως η Anne φέρει μεταρρυθμιστικές θρησκευτικές ιδέες και του "σκάει" την ιδέα να επαναπροσδιορίσει το θρήσκευμα της χώρας του, να απαλλαγεί από τον ασφυκτικό βραχνά του Πάπα και να δώσει μία νέα μορφή στη βασιλεία του, κατά την οποία θα είναι ο ίδιος ανώτατος κοσμικός και θρησκευτικός άρχοντας της Αγγλίας. Η προοπτική αυτή όχι μόνο προσφέρει μία βολική λύση στο προσωπικό πρόβλημα του Ερίκου αλλά κολακεύει και το υπερτροφικό του εγώ. Επειδή η σειρά (το Tudors, ντε) είναι βουτηγμένη στη λαγνεία και το σεξ, ο πρώτος κύκλος επεισοδίων τελειώνει με την κακομοίρα την Anne να κάνει τα πάντα για να συγκρατήσει το μαινόμενο πάθος του ξαναμμένου και ούτως ή άλλως υπερσεξουαλικού Ερίκου χωρίς τουλάχιστον να μείνει έγκυος (παρακάμπτοντας τελικά τα περί παρθενίας), προκειμένου όταν πλέον φέρει στον κόσμο το παιδί του αυτό να είναι νόμιμο τέκνο και όχι μούλικο.

Έχοντας μάθει λοιπόν τα παραπάνω, μπαίνω στο ίντερνετ για περισσότερες πληροφορίες, όπου πληροφορούμαι το συγκλονιστικό (και ευρέως γνωστό, όλα τελευταία τα μαθαίνω) γεγονός ότι η Anne Boleyn τελικά αποκεφαλίστηκε, ενώ η ίδια μοίρα περίμενε και αρκετές άλλες συζύγους του ίδιου βασιλιά. Παρατηρώ επίσης την εξόφθαλμη διαφορά ανάμεσα στη σωματική διάπλαση του πραγματικού Ερίκου (το τετράπαχος είναι πραγματικά λίγο για να την περιγράψει, πολύ μεγαλύτερο νούμερο θα πρέπει να μπει μπροστά, μια φίλη μου είδε στο Λονδίνο την πανοπλία του και είναι λέει σαν περίπτερο) και του ξανθού "κούρου" και κούκλου Τζόναθαν Ρις Μάγιερς (εδώ μου βγαίνει αυθόρμητα ένας αναστεναγμός).
Ας περάσω όμως στην ταινία The other Boleyn girl για να αρχίσω (επιτέλους) και την αντιπαράθεση ανάμεσα στη σειρά και την ταινία. Τι διαφορετικό μας λέει το στόρι της ταινίας: μας παρουσιάζει τη Mary Boleyn όχι ως μια ξετσίπωτη που χάρισε ανερυθρίαστα το λάγνο κορμί της στον βασιλιά, αλλά ως μια καλή κοπέλα και ίσως πιο όμορφη από την Anne, με αθώα ψυχή και αγνές προθέσεις, που "σερβίρεται" μεν στον Ερίκο ως ερωμένη αλλά τον "κατακτά" με τον τρόπο της γιατί ο Ερίκος βλέπει σε αυτήν μια καθαρή ψυχή. Επίσης στην ταινία η κοπέλα αυτή μένει έγκυος από τον Ερίκο και μάλιστα του κάνει γιο (νόθο όμως), κάτι που στη σειρά δεν αναφέρεται. Η Anne, από την άλλη, δεν είναι μία απλή ανάφτρα που κατακτά τον Ερίκο αναβάλλοντας συνεχώς τις υποσχέσεις που του δίνει με τα λάγνα της θέλγητρα. Είναι μία γυναίκα με υψηλή μόρφωση και ισχυρή προσωπικότητα (όπως είδα και σε άλλες πηγές), η οποία όμως δεν διστάζει να προδώσει ακόμη και την ίδια της την αδερφή προκειμένου να υλοποιήσει τις ακόρεστες φιλοδοξίες της, που φτάνουν ως το να γίνει βασίλισσα. Να κραδαίνει βέβαια την υπόσχεση του κορμιού της πάνω από τα ρουθούνια (και όχι μόνο) του ξαναμμένου Ερίκου την βλέπουμε και στην ταινία, όμως με λιγότερο λάγνες λεπτομέρειες. Απρόσμενη τροπή της πλοκής στην ταινία είναι ο βιασμός της από τον Ερίκο (δεν άντεξε άλλο ο άνθρωπος), ο οποίος στη συνέχεια την απεχθάνεται, και ουσιαστικά έκτοτε οι μέρες της είναι μετρημένες. (Βέβαια στη σειρά δεν φτάνει ως εκεί ο πρώτος κύκλος, επιφυλάσσομαι για τον δεύτερο).
Συγκρίνουμε λοιπόν κατ' αρχάς τους ηθοποιούς. Απογοητευτικός ο Μπάνα ως Ερίκος στην ταινία. Τίποτα δεν είδα από την προσωπικότητα του Ερίκου (για την ακρίβεια δεν είδα καμία προσωπικότητα, έστω και διαφορετική από αυτήν που παρουσιαζόταν στο Tudors). Αν και οι στιβαρές του πλάτες σήκωναν τα τερατωδώς ευμεγέθη ρούχα του πραγματικού Ερίκου αποδίδοντας μέρος από την "large" διάπλασή του (χωρίς να φτάνουν ως το "extra large", μια μεταποίηση την κάνανε στην ταινία), και διατηρούσε τα γένια και μια ιδέα από το γενικότερο physique του Ερίκου (προσθέτοντάς του όμως γελοιωδώς πεταχτά αυτιά), ο Μπάνα είναι εντελώς "γλάστρα" στην ταινία. Πραγματικά δεν βλέπουμε έναν άνδρα ικανό να εμπνεύσει τον έρωτα σε τόσες γυναίκες, δεν βλέπουμε καν έναν γυναικά στην ερμηνεία του. Τα σφιγμένα χείλη του ηθοποιού παραπέμπουν σε άνθρωπο συγκρατημένο και μάλλον δειλό και τα ματάκια του μοιάζουν αθώα, σαν από ποντικάκι, δεν σου δείχνουν άνθρωπο ικανό να αποκεφαλίσει τη μία σύζυγο μετά την άλλη. Ο Τζόναθαν (ααααχχχχ....) στη σειρά δεν βάζει μόνο την ομορφιά του και το εκρηκτικό του σεξ απίλ. Τα σαρκώδη χείλη του δείχνουν άνθρωπο λάγνο και φιλήδονο, ενώ ξετυλίγεται παράλληλα όλη η εγωμανία και η μεγαλομανία ενός ανθρώπου που ηδονίζεται με την εξουσία όσο και με τις γυναίκες (αν και οκ, στη σειρά κανείς δεν φαίνεται να έχει το νου του σε κάτι άλλο εκτός από το σεξ). Για τις γυναίκες ηθοποιούς δεν έχω κάποιο σχόλιο, κάθε μία νομίζω ήταν κατάλληλη και επαρκής για την απεικόνιση του αντίστοιχου προσώπου με τον τρόπο που ήθελαν να το παρουσιάσουν οι δημιουργοί.
Και εδώ ένα σχόλιο για την γενικότερη αισθητική της σειράς και της ταινίας. Η ταινία μας δείχνει πολύ την εποχή, τους χώρους και τα κουστούμια "όπως θα ήταν τότε". Βλέποντάς την πολλές φορές μου έρχονταν στο νου πίνακες της εποχής αυτής που είχα δει στην Αγγλία ή στο νετ. Τα κουστούμια φαίνονταν πολύ αυθεντικά (ένιωθες σίγουρος ότι ακριβώς το ίδιο πράγμα θα έβλεπες αν πήγαινες σε αντίστοιχο μουσείο) αλλά κάπως "φθαρμένα", "παλιά", πατιναρισμένα. Το ίδιο και οι χώροι. Στη σειρά έβλεπες τα αντίστοιχα στοιχεία "όπως θα ήταν σήμερα", ή όπως θα έπρεπε να ήταν για να μας κάνουν αντίστοιχη εντύπωση σήμερα με αυτήν που έκαναν τότε. Τα κουστούμια φαίνονταν τόσο πλούσια, λαμπερά και καινούρια, που τα βελούδα που έντυναν το στήθος του Ερίκου νομίζω ότι τα βλέπω και τώρα μπροστά μου. Είχαν δε ένα σύγχρονο "styling" που σε έκανε να τα θαυμάζεις με τα σημερινά δεδομένα και να εύχεσαι να μπορούσες να τα φορέσεις σήμερα, όχι να τα εκτιμάς απλώς ιστορικά αλλά αισθητικά να σε απωθούν κάπως (σαν τις "φουστίτσες" που φοράει ο Ερίκος στην ταινία). Αυτό βέβαια ισχύει περισσότερο για τα ανδρικά ρούχα, γιατί τα γυναικεία ήταν έτσι κι αλλιώς ωραία και στις δύο περιπτώσεις.
Συνολικά θα έλεγα Boleyn girl vs Tudors σημειώσατε 2. Είδα στο video club τον πρώτο κύκλο της σειράς, ελπίζω σύντομα να φέρουν και τον δεύτερο που δεν τον έχω δει.

ΥΓ: Όχι, πείτε τώρα:




Τρίτη, Απριλίου 08, 2008

Όσες φορές αντέξεις

Δεν είναι δυνατόν αυτό το πράγμα που μου συμβαίνει φέτος. Νομίζω ότι όσες φορές αρρώστησα αυτόν τον χειμώνα δεν έχω αρρωστήσει την τελευταία πενταετία συνολικά. Ξεκινήσαμε από Οκτώβριο, και ανά δίμηνο περίπου όλο και κάτι με πιάνει για να φτάσουμε μέχρι Απρίλιο που έχουμε τώρα και να είμαι και πάλι με βουλωμένες μύτες, λαιμό Gillette Sensor Exel, Power Point και δεν συμμαζεύεται, να ψάχνω για ξεβουλωτικά μύτης (με κορυφαία και αναντικατάστατη όπως κατέληξα τελικά την κλασική βεντούζα με το μαύρο καουτσούκ στην άκρη), βραστάρια, σούπες, αντιπυρετικά, χαρτομάντηλα εμποτισμένα με ειδικό υγράκι για να μην ερεθιστεί το δέρμα γύρω από τα ρουθούνια από το πολύ ξε-μυξ και ξανά ρεμίξ και ξανά ξε-μυξ. Άσε που κάποιες από τις "μεσαίες" φορές που αρρώστησα είχα εκείνη την ηλίθια ίωση που σου κρατά βδομάδες ολόκληρες χωρίς να σου κάνει τίποτα ουσιαστικά, ούτε καν δέκατα πολλές φορές, απλά αισθάνεσαι όλη την ώρα κουρασμένος (από άποψη βιολογική αυτό είναι το πιο επιτυχημένο παράσιτο βέβαια, γιατί προξενεί την μικρότερη δυνατή βλάβη στον ξενιστή του ώστε να μπορεί να τον εκμεταλλεύεται συνεχώς, γιατί αν τον σκοτώσει πχ μπαμ και κάτω ωραία τον έφαγε, μετά τι θα έχει να τρώει -πρέπει να γράψω ένα βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης, το'χω νομίζω, μπορώ να φέρω σε νέα επίπεδα την εκλαϊκευμένη επιστήμη, να την κάνω εκχυδαϊσμένη και βγάλε). Συγχωρέστε το παραλήρημα μίας δύσμοιρης κατ' εξακολούθησην ασθενούς. Να είστε πάντα καλά.

Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

Ζοtero - πού ήσουν βρε παιδί μου όταν έγραφα την πτυχιακή μου

Δεν γράφω συχνά για τέτοιου είδους πράγματα, αλλά αυτό θα σας το προτείνω, ιδίως σε όσους γράφουν εργασίες με βιβλιογραφία. Και εργασίες όμως να μη γράφετε αξίζει να οργανώσετε τις αναζητήσεις σας στο ίντερνετ με βάση το Zotero. Είναι κάτι σαν εξελιγμένα favourites. Έχει τρεις στήλες, η αριστερή με τους φακέλους που θα φτιάξετε, η μεσαία με τα περιεχόμενα του κάθε φακέλου (που αν είναι βιβλίο πχ από το amazon το αναγνωρίζει και καταχωρεί όλα του τα στοιχεία, συγγραφέα, εκδόσεις κλπ για να μην παιδεύεστε) και μία τρίτη στήλη για ό,τι σχόλια θέλετε εσείς να προσθέσετε. Μπορείτε να οργανώσετε από τη βιβλιογραφία σας μέχρι συνταγές μαγειρικής μέχρι ό,τι βάζει ο νους σας και θέλετε να έχετε ομαδοποιημένο ώστε να το ψάχνετε όλο μαζί. Εγώ τώρα σας το περιγράφω απλοϊκά και γενικά, μπείτε όμως να το ψάξετε λίγο (έχει και ένα ωραίο tutorial στην αρχή που σου δείχνει τι ακριβώς μπορείς να κάνεις με αυτό) και πιστεύω θα σας εξυπηρετήσει. (Μόνο που δεν δουλεύει στον Internet Explorer -που είναι ούτως ή άλλως άχρηστος, οπότε βάλτε firefox και εγκασταστήστε το).

Μία ευγενική προσφορά της Baltazar translations.

Κυριακή, Μαρτίου 23, 2008

Τα λουλούδια στη λάσπη

Όπως ίσως έχετε αντιληφθεί από την ύποπτη σιωπή μου, η ζωή μου έχει πλέον ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο, που με έχει απομακρύνει από τις πονεμένες και δακρύβρεχτες αναλύσεις χαμένων ιστοριών και τους ατελέσφορους απολογισμούς λαθών που δεν διορθώνονται. Είμαι σε κάτι καινούριο, σε μια νέα φάση ζωής, που όσο και αν δίστασα στην αρχή τελικά τη δέχτηκα και αφέθηκα να τη ζήσω με τον ίδιο αυθορμητισμό που σχηματίζει αβίαστα στο πρόσωπό σου ένα χαμόγελο απέναντι σε κάτι το τόσο όμορφο. Χθες βράδυ πέρασα στιγμές ανύποπτα αφημένη σε αυτήν την πηγαία αίσθηση ευφορίας, σε μια διάθεση γλυκιά και απαλή και ζεστή και ανθρώπινη και ό,τι άλλο σου ξυπνάει ένα καινούριο "κοντά" (γιατί δεν θέλω ακόμα να το χαρακτηρίσω ως ένα καινούριο "μαζί", αν και για άλλους είναι). (Αυτό το τελευταίο αν δεν το καταλάβατε δεν πειράζει, είναι κάτι δικά μου, μην δίνετε σημασία.)

Ξυπνάω το πρωί νιώθοντας τον νυχτερινό ύπνο να έχει θρέψει την ανάμνηση της προηγούμενης βραδιάς και να ξυπνάει στο δέρμα του προσώπου μου μια αυθόρμητη ανάταση που δύσκολα συγκρατεί το χαμόγελο.

Δεν άργησαν όμως δυστυχώς να με βρουν σκέψεις "αναγκαστικής προσγείωσης", για να διαλύσουν τα σύννεφα της αιθεροβασίας μου λέγοντάς μου "να θυμάσαι πώς ένιωσες αυτή τη στιγμή όταν όλα γίνουν (και πάλι) σκατά" (ήθελα να γράψω "όταν χαλάσουν" για να είμαι πιο κόσμια, αλλά νομίζω μια τέτοιου είδους λογοκρισία θα αφαιρούσε από την πλήρη απόδοση της σκέψης μου).

Είναι σκόπιμο αυτό που κάνω; Η αντίδραση αυτή μου βγαίνει γιατί κάτι από τα πληγωμένα μου ακόμα συναισθήματα προσπαθούν να με προστατέψουν από μια νέα απογοήτευση μετριάζοντας (ενίοτε και γκρεμοτσακίζοντας) τον ενθουσιασμό μου. Μπορούν όμως να με προστατέψουν ή το μόνο που καταφέρνουν είναι να μου χαλάσουν ωραίες στιγμές που θα έπρεπε να ζω με όλη τους την ένταση; Για να μην αναφερθώ στο πόσο άδικο είναι όλο αυτό απέναντι στο άτομο που μου τις χαρίζει.

Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ, όσο ωραία και αν περνάω τώρα και όσο ευοίωνα και αν φαίνονται αυτή τη στιγμή όλα, να αποφύγω αυτού του είδους τις αντιδράσεις, που με κάνουν πέραν όλων των άλλων να φαίνομαι και αχάριστη απέναντι σε στιγμές ευτυχίας που στη ζωή είναι σπάνιες όσο και πολύτιμες.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 29, 2008

Καλέ μου άνθρωπε μήπως ξέρεις από λογογράφο;

Μήπως έχει κανείς από εσάς χρησιμοποιήσει λογογράφο (αυτό που υπαγορεύεις και γράφει απ' ευθείας στον υπολογιστή χωρίς να χρειάζεται να πληκτρολογείς); Σκέφτομαι να το δοκιμάσω (για την ακρίβεια να το αγοράσω, γιατί διαφορετικά δεν υπάρχει τρόπος να το δοκιμάσω) και έλεγα μήπως βρω κανέναν να μου πει αν κάνει δουλειά ή όχι.

Μήπως, σε περίπτωση που δεν ξέρετε, σας έρχεται έστω στο μυαλό να μου προτείνετε κανένα forum ή site όπου θα μπορούσα να απευθύνω το ερώτημα αυτό;

Ευχαριστώ.

Τσικνοπέμπτη όπως fitness

Χθες έκανα το απόλυτο σαμποτάρισμα της Τσικνοπέμπτης. Ήταν η διάθεσή μου τέτοια, τι να πω. Δεν ήθελα να βγω και να ξενυχτήσω, δεν ήθελα να φάω μέχρι σκασμού, να πιω έως τάσεως εμετού, να καρναβαλιστώ και να ξεσηκωθώ. Επίσης ήταν από καιρό ώρα μου να επιστρέψω στο γυμναστήριο, μετά από μία διακοπή ενός μήνα και κάτι, γιατί καλός ο χορός που πάω και κάνω τελευταία αλλά δεν το μετράω σαν άσκηση, θα έλεγα υποτυπωδώς σαν κίνηση ότι το μετράω. Έτσι λοιπόν έκανα τη μεγάλη μου επιστροφή... την Τσικνοπέμπτη! Το μεσημέρι αρνήθηκα τα παϊδάκια που είχαμε στο σπίτι (δεν εμφανίστηκα καν στο τραπέζι, φρόντισα να έχω φάει από πριν) για να μη βαρύνω και δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου μετά (κάτι που ούτως ή άλλως συνέβη γιατί μετά από ένα μήνα απουσίας ήταν σαν να είχα μπει μέσα σε ένα άλλο, ελαττωματικό σώμα, εντελώς ξεχαρβαλωμένο). Μετά το πρόγραμμα γυμναστικής γρήγορα μπανάκι και τσουπ τσουπ σπίτι, ίσα ίσα να αδειάσω την τσάντα με τις βρεγμένες πετσέτες και τα ιδρωμένα ρούχα, να ντυθώ, να στεγνώσω λίγο ακόμη το μαλλί (οκ, έφαγα και δυο παϊδάκια από το μεσημέρι, κρύα πια, αλλά πέθαινα στην πείνα μετά από τόσες ώρες, 3 ώρες τουλάχιστον νηστική πριν το γυμναστήριο συν 1 ώρα γυμναστική και άλλη τόση για μπανάκι κλπ, ένα κατιτίς το ήθελα) και βουρ για το μάθημα χορού. Εκεί μας μετέφεραν λίγο από κλίμα καρναβαλιού γιατί κάναμε σάμπα που είναι συνώνυμη με αυτό (εντάξει, μία πρώτη εισαγωγή ήταν, αν μας πιάσει όμως ένας δάσκαλος να μας χορέψει κάτι θα βγάλουμε, θα ευχαριστηθούμε καρναβαλική ατμόσφαιρα).

Μετά το μάθημα χορού είχε ήδη πάει 10 και, αρνήθηκα ευγενικά τις προσκλήσεις που είχα για τσικνίσματα και έμεινα σπίτι όπου αναπλήρωσα τα ενεργειακά μου αποθέματα κατά το δυνατόν πιο υγιεινά (αν και θα πρέπει να γίνω πιο αυστηρή στον τομέα αυτό, μου ξεφεύγουν και μερικές σαβούρες, να, η γυμναστική στρέφει αμέσως το μυαλό μου προς τη σωστή κατεύθυνση σε ό,τι αφορά τη διατροφή χωρίς να πιέζομαι καθόλου, απλά νιώθω ότι θέλω να το κάνω), είδα τις Νοικοκυρές σε Απόγνωση που είχα γράψει από χθες, και πήγα ωραία ωραία για ύπνο.

Τα καρναβάλια μπορούν να περιμένουν... (Έχω άλλωστε ήδη κλείσει για γκρουπ στο Ρέθυμνο, δεν θα μου λείψουν τα πανηγύρια φέτος). Η χθεσινή μου διάθεση ήταν απλώς να κάνω... my own thing.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

Closer

Οκ, η ταινία δεν είναι καινούρια, εγώ όμως προχθές είδα το dvd και σας γράφω εντυπώσεις. Πώς μπορείς να κάνεις μία ταινία για τις σχέσεις, τα ζευγάρια, τον έρωτα, τη ζήλια, την απιστία και να μην γίνεις βαρετός και κοινότυπος; Απογυμνώνεις τους διαλόγους από κάθε σύμβαση και συγκατάβαση. Οι ήρωες λένε αυτό ακριβώς που σκέφτονται σαν να μην νοιάζονται για το πώς θα το πάρει ο συνομιλητής τους αλλά και (αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον) σαν να έχουν πλήρη επαφή με τα συναισθήματά τους, σαν να ξέρουν ακριβώς τι νιώθουν κάθε στιγμή και πώς να το εκφράσουν. Δεν τους ενδιαφέρει αν θα είναι κάτι πρόστυχο, κάτι το αγενές, κάτι που θα τους κάνει να φανούν αδύναμοι, εγωιστές, δειλοί, κακεντρεχείς. Σε αυτήν την ταινία μιλάνε μεταξύ τους οι ψυχές, τα πάθη, τα ένστικτα. Μιλάνε βρώμικα, μιλάνε απροκάλυπτα, μιλάνε σαν να μην σκεπάζει τις σκέψεις τους ούτε το πιο λεπτό σεντόνι. Μιλάνε πάντα αληθινά και όποιος αντέξει. Για να μας δείξουν πώς είναι οι αλήθειες που δεν αντέχονται και γιατί δεν ξεστομίζονται. Για να μας δείξουν ότι στις σχέσεις δεν είναι δυνατόν να υπάρχει απόλυτη ειλικρίνεια.

Και από τη φιλοσοφική ανάλυση ας περάσω στο άλλο σημαντικό σημείο της ταινίας: τους ηθοποιούς. Επειδή το έργο εστιάζει στους ανθρώπους και τις ερωτικές σχέσεις τους, οι ηθοποιοί παίζουν ιδιαίτερο ρόλο σε αυτήν την ταινία. Πρέπει να σου δείξουν τον χαρακτήρα που υποδύονται, να σε κάνουν να αγγίξεις έστω και διαισθητικά κάτι από τον ψυχισμό τους, αλλιώς έχουν αποτύχει. Για μένα στην ταινία αυτό το πέτυχε περισσότερο από όλους η Νάταλι Πόρτμαν. Συγκλονιστική παρουσία, συνδύασε τα φυσικά της προσόντα ("the face of an angel", όπως σωστά παρατηρεί ο Κλάιβ Όουεν), την αθωότητα που εκπέμπει το πρόσωπό της με την αναπάντεχη τραχύτητα και σκληρότητα που εκπέμπει όταν εκστομίζει ατάκες διατρητικές σαν ακτίνες λέιζερ. Ως γυναίκα λόγω του παρουσιαστικού της είναι απλώς μη υποβιβάσιμη. Ακόμη και ως στριπτιζέζ, ακόμη και την ώρα που κουνιέται και μιλάει προκλητικά φορώντας σχεδόν τίποτα δεν μπορείς να την πεις φτηνή. Εξωτερικά βλέπεις ένα κορίτσι, ένα παιδί, και όταν μέσα από αυτό προβάλλουν στοιχεία όπως η σάρκα και η σαγήνη της γυναίκας δεν μπορείς να της τα προσάψεις ως πρόστυχα, όταν την ακούς να μιλάει σκληρά και άκαρδα δεν μπορείς να πιστέψεις ότι τη διακρίνει πράγματι απάθεια.

Επίσης καλός στην ταινία ο Κλάιβ Όουεν. Το αρρενωπό παρουσιαστικό του ταιριάζει με τον πρωτόγονα αρσενικό και πορνολάγνο χαρακτήρα που ενσαρκώνει, ενώ ταυτόχρονα είναι τόσο μυστηριώδης που δεν σε κάνει να τον θεωρήσεις μονοδιάστατο, σε αφήνει να αναζητάς στοιχεία ενός τέτοιου ψυχισμού μέσα στις ατάκες του.

Απογοητεύτηκα κάπως από τον Τζουντ Λο. Ενώ μου "έκανε" πολύ για το στυλ της ταινίας, δηλ. εγώ αν την έφτιαχνα θα τον επέλεγα σίγουρα, δεν είδα από αυτόν το κάτι παραπάνω. Ίσως και ο σκηνοθέτης να φταίει σε αυτό, δεν μου άφησε καμία συγκεκριμένη γεύση ο χαρακτήρας του. Απλά εμφανισιακά ταίριαζε με το όλο ντεκόρ.

Για τη Τζούλια Ρόμπερτς δεν μπορώ να μιλήσω για απογοήτευση, γιατί ούτως ή άλλως εμένα δεν μου άρεσε σαν επιλογή, άρα δεν είχα από την αρχή υψηλές προσδοκίες, μάλλον το αντίθετο. Χωρίς να παίζει άσχημα, δεν είχε το κάτι που θα σε έκανε να καταλάβεις τι είχε πια αυτή η γυναίκα και κοκορομαχούσανε για χάρη της δύο λαχταριστά αρσενικά όπως ο Τζουντ Λο και ο Κλάιβ Όουεν. Το μόνο που φαινόταν να έχει ήταν ο ρόλος στα χέρια της. Έτυχε να διαβάσω ότι ο ρόλος προοριζόταν για την Κέιτ Μπλάνσετ και πραγματικά κρίμα που δεν τον ενσάρκωσε αυτή, ή εν πάσει περιπτώσει κάποια άλλη, όχι το απόλυτο συνώνυμο της εμπορικής ηθοποιού του Χόλιγουντ.

Φυσικά από ό,τι καταλάβατε η ταινία μου άρεσε. Θα ήθελα μόνο να είχα με κάποιον τρόπο στα χέρια μου το σενάριο της ταινίας και να το έχω μελετήσει πριν τη δω, γιατί πολλές φορές το μυαλό μου δεν προλάβαινε να επεξεργαστεί τις ωμές αλήθειες των διαλόγων. Για το λόγο αυτό θα άξιζε ίσως να τη δω και δεύτερη φορά.