Τετάρτη, Νοεμβρίου 25, 2009

Μια ελληνίδα στο χαρέμι

Την έχετε δει την ελληνική ταινία με τη Βλαχοπούλου; Θα την έχετε δει, δεν μπορεί. Όπου η γνωστή κωμικός βρίσκεται άθελά της στο παλάτι ενός σεΐχη, μαχαραγιά, τι ήταν αυτός (δεν τα πάω και πολύ καλά με τις βαθμίδες ιεραρχίας των αραβικών χωρών, αα! Μήπως ήταν εμίρης; Εμίρης νομίζω ήταν!), και βρίσκεται στη διασκεδαστικά δυσχερή θέση να πρέπει να τον διασκεδάσει χορεύοντας με πέπλα, πασούμια, φλουριά και λοιπά αραβοπρεπή χανουμοτζίντζιλα. Η άτυχη ηρωίδα φαίνεται να νιώθει σαφώς άβολα τόσο μέσα στην περιβολή της όσο και από τις απαιτήσεις του χορού που αναγκάζεται να χορέψει, προσποιούμενη χάρη, άνεση και διάθεση λάγνα.
Ε, ακριβώς το ίδιο ένιωσα κι εγώ πριν λίγες μέρες στο μάθημα του οριεντάλ. Τους ουκ ολίγους μήνες που απείχα από τα μαθήματα, οι επιμελείς συγχορεύτριές μου είχαν μάθει το υπόλοιπο κομμάτι μιας χορογραφίας που εγώ κουτσοθυμόμουν πια μονάχα την αρχή της. Άντε και πάμε να την κάνουμε. Εκτελώ το κομμάτι που θυμόμουν και φτάνοντας στο άγνωστο –για όλους πλην εμού- κομμάτι, επιστρατεύω όλη μου την προσοχή και προσπαθώ να μιμηθώ επί τόπου τις κινήσεις των συγχορευτριών. Το όλο εγχείρημα πάει σχετικά καλά (σε γενικές γραμμές, όταν πάνε αυτές μπροστά πάω κι εγώ μπροστά, όταν πάνε πίσω πάω κι εγώ πίσω) μέχρι που φτάνουμε στο πιο δραματικό (κυρίως για μένα) κομμάτι της χορογραφίας: τα πέπλα. Εκεί ένιωσα πραγματικά ότι ζούσα μέσα στην ταινία που περιγράφω παραπάνω. Βγάζουμε το πέπλο που έχουμε δεμένο στη μέση μας και αρχίζουμε να βηματίζουμε (με χάρη, άνεση και διάθεση λάγνα, πάντα), από τη μία στην άλλη πλευρά της αίθουσας, ανεμίζοντας το πέπλο μας, κάνοντάς το δυο-τρεις στροφές στον αέρα, φέρνοντάς το από δω, φέρνοντάς το από κει. Μία θάλασσα από πέπλα γύρω μου και εγώ να θαλασσοπνίγομαι προσπαθώντας να σωθώ με ιστίο το δικό μου πέπλο, το οποίο κατέληξε, χάρη στις επιδέξιες κινήσεις μου, τυλιγμένο γύρω από κεφάλι μου (ευτυχώς οι περισσότερες είχαν το μυαλό τους στη χορογραφία και δεν με πρόσεξαν). Από τότε επιλέγω ανάμεσα στα πέπλα που έχει η σχολή για το χορευτικό, ένα πέπλο από λεπτό τούλι, που μου επιτρέπει τουλάχιστον να βλέπω από μέσα.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 11, 2009

Το όνειρο το χθεσινό ήταν πως είχα ένα μωρό...

(Σας έχω πρήξει με τα όνειρά μου το ξέρω. Εγώ όμως θέλω να τα καταγράφω και δεν με νοιάζει και να τα δημοσιεύω -μπορεί κάποιος αναγνώστης να έχει να μου πει καμία εύστοχη ερμηνεία, αν και μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο). Λοιπόν έχουμε και λέμε:

Είχα ένα μωρό. Ένα τέλειο μωρό που το είχα κάνει μαζί με τον καλό μου αλλά δεν μέναμε μαζί και οι τρεις. Εγώ σπιτάκι μου, ο καλός μου σπιτάκι του και το μωρό το ανέθρεφαν άλλοι στο διαμέρισμα που βρίσκεται αυτή τη στιγμή η γιαγιά μου με τη γυναίκα που την προσέχει. Το μωρό μου όπως είπα ήταν φανταστικό, το έκανα χωρίς πόνο (ναι καλά, στον ύπνο σου), χωρίς να μου αφήσει ραγάδες ή χαλαρότητα στην κοιλιά (και πάλι στον ύπνο σου). Στην αρχή ήταν πολύ μικρό, σαν κούκλα, μέσα σε κανένα δίμηνο όμως (το οποίο παρήλθε γρήγορα όπως καταλαβαίνετε, παραβιάζοντας τους κανόνες που διέπουν τη φυσιολογική ροή του χρόνου με χαρακτηριστική ευκολία, όπως γίνεται πάντα στα όνειρα) όχι μόνο είχε μεγαλώσει, αλλά είχε αρχίσει να μιλάει και να λέει διάφορες λέξεις εκτός από μαμά, στην πραγματικότητα προσπαθούσε εξ αρχής να σχηματίσει μία πλήρη πρόταση αλλά δεν του έβγαινε ακόμη ολοκληρωμένη κυρίως επειδή δεν μπορούσε ανατομικά ακόμη να μιλήσει, όχι πως δεν ήξερε τι ήθελε να πει (δεν θα μου έκανε δηλαδή εντύπωση αν στο intended meaning της πρώτης του πρότασης ήταν μέσα και η λέξη «αποκέντρωση», π.χ.). Μια μέρα (του ονειρικού χρόνου, είπαμε) είμαι στο διαμέρισμα και παίζω με το μωρό, όταν αντιλαμβάνομαι ότι το κρεβάτι της γιαγιάς είναι στρωμένο και υπόπτως άδειο. Ρωτάω αν κάτι συνέβη και μου λένε ότι η γιαγιά έπρεπε να κατεβεί να πάει downtown για να συναντηθεί με κάτι δικηγόρους για θέματα που αφορούσαν την περιουσία της, που κάποιοι επιτήδειοι πήγαιναν να της την φάνε. Είπα ότι κακώς δεν το ήξερα νωρίτερα, θα τους σύστηνα την κουμπάρα μου που είναι εξαιρετική δικηγόρος (άσχετο, το ξέρω). Ας επανέλθω στο μωρό και στην ιδιαίτερη γλωσσική του ικανότητα. Αντιλαμβανόμενη λοιπόν ότι το μωρό όχι μόνο μιλάει αλλά είναι έτοιμο και να ρητορεύσει, πάω να βρω τον καλό μου να του πω ότι κάτι πρέπει να κάνουμε, ένα γάμο, μία συγκατοίκηση, κάτι. Και τον βρίσκω πού λέτε; Είναι ένα αυτοκίνητο, στο πορτ-μπαγκάζ του οποίου υπάρχουν κάτι σακούλες άσπρες με ωμά κρέατα μέσα, κάτι τεράστια κομμάτια (τα κρέατα ανήκαν στη γιαγιά μου, όπως ήξερα με τη βεβαιότητα που στα όνειρα μας συνοδεύει σχετικά με την προέλευση διαφόρων πραγμάτων). Και αυτός είναι μέσα στο πορτ-μπαγκάζ και έχει πιάσει ένα τεράστιο πόδι πουλερικού (με δάκτυλα και νύχια πάνω!) και το τρώει ωμό!!! Η αηδία μου δεν περιγράφεται, φίλες και φίλοι. Ακόμη και το ξίγκι, που πιο αηδία δεν υπάρχει, το τρώει έτσι, ωμό! Συνειδητοποιώ με πόνο τη στιγμή εκείνη ότι με τον άνθρωπο αυτό δεν ταιριάζουμε, ότι είναι πολύ άξεστος και δεν θα μπορούμε να ζήσουμε αρμονικά σαν ζευγάρι. Αποφασίζω όμως να κάνω υπομονή για χάρη του παιδιού (εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνω όσα ζευγάρια κάνουν την υποχώρηση να μένουν μαζί για χάρη των παιδιών τους) και να χωρίσω μόνο όταν και εφόσον αντιληφθώ ότι τα πράγματα είναι τόσο άσχημα που είναι πραγματικά καλύτερα για το παιδί να ζει με χωρισμένους γονείς.

Αυτό ήταν εν πολλοίς το όνειρο. Δεν ξέρω αν θέλω να μπω στη διαδικασία να το αναλύσω…

Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2009

Ο αχταρμάς μέσα μου

Η ακαταστασία που με χαρακτηρίζει (χαμένη από χέρι στην άνιση μάχη με την εντροπία) δεν σταματά στον χώρο που με περιβάλλει αλλά φτάνει μέχρι τα τρίσβαθα του μπερδεμένου μου μυαλού. Παλιά περιοδικά, ρούχα που δεν θα ξαναβάλω αλλά δεν το παίρνω απόφαση πια, ένα άδειο κουτάκι βιταμίνες, τσάντες, παπούτσια, νεσεσεράκια με άχρηστα πραγματάκια, κάνουν στοίβες και στοίβες και στοίβες στο δωμάτιό μου και στο κεφάλι μου. Το καλό (ας πούμε) είναι ότι έχω τεράστια ανοχή στην ακαταστασία. Σηκώνω πολύ πράμα, άλλος θα πάθαινε παράκρουση με τις μεγαποσότητες εντροπίας που αντέχω εγώ. Το κακό είναι ότι κάποια στιγμή ανοίγεις το ντουλάπι όπου πέταξες όπως όπως ένα σωρό χλαπατσίμπαλα (ή μήπως τα λένε κλαπατσίμπαλα;) και σου έρχονται όλα μαζί στο κεφάλι. Αυτό παθαίνω πολλές φορές με τα συναισθήματά μου. Αρνούμενη πεισματικά να ψάξω, να ξεχωρίσω, να αναγνωρίσω, να πετάξω τα άχρηστα και τοξικά, αφήνοντάς τα για καιρό όλα εκεί στη μέση, κάποια στιγμή με πνίγουν. Έρχεται η στιγμή που δεν μπορώ πια ούτε να αναπνεύσω, που δεν ξέρω πια τι φταίει, τι να πετάξω και τι να κρατήσω, ποια είναι τα ωφέλιμα και ποια τα άχρηστα, και ασφυκτιώ μέσα στον αχταρμά που επικρατεί στο κεφάλι μου. Δεν θέλω να ψυχαναλυθώ, δεν θέλω να οργανώσω βιώματα, επιδράσεις, τάσεις, λάθη, σωστά. Θέλω απλά να ξεμπουρδουκλωθώ. Ούτε καν αυτό, μάλλον. Θέλω απλά να νιώθω καλύτερα και να μην μου πέφτουν οι στοίβες στο κεφάλι. Θέλω να βρω πώς κλειδώνει το ντουλάπι. (Καλά το παω, σε λίγο θα αρχίσουν να μου πέφτουν στο κεφάλι ολόκληρες ντουλάπες!)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2009

Εύκολο light σοκολατογλυκό

Γρήγορο γρήγορο, εύκολο εύκολο (τόσο εύκολο που εγώ το έκανα από την αρχή απ'ευθείας στο ταψί σιλικόνης που χρησιμοποίησα και δεν λέρωσα ούτε μπωλ!). Μπορεί να μην είναι υπερπλούσιο και αμαρτωλό σαν κανονικό γλυκό αλλά σίγουρα μπορεί να κατευνάσει μία ανεξέλεγκτη και εκρηκτική επιθυμία για σοκολατοειδές έχοντας ασύγκριτα λιγότερες θερμίδες, μειώνοντας έτσι αισθητά το κόστος που θα έχει μία ασυγκράτητη αμαρτωλή διάθεση για τη σιλουέτα σας.

1 φλυτζάνι ζάχαρη ή το αντίστοιχο σε φρουκτόζη (δηλ. 2/3)
6 κουτ. σούπας γιαούρτι
1/2 φλυτζάνι κακάο
1 βανίλια
2 ασπράδια αυγών (αν και καμιά φορά λυπάμαι να πετάξω τους κρόκους και βάλω τουλάχιστον τον έναν)
1/2 φλ. αλεύρι
1/4 φλ. φουντούκια ψιλοκομμένα
Ζάχαρη άχνη


Ανακατεύουμε τη ζάχαρη, το κακάο και το γιαούρτι. Προσθέτουμε τα ασπράδια και τη βανίλια και ανακατεύουμε. Σιγά σιγά ρίχνουμε και το αλεύρι. Στο τέλος προσθέτουμε τα φουντούκια, ίσα να ανακατευτούν. Ψήνουμε για 25-28 λεπτά σε βουτυρωμένο ταψί στους 180. Πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 16, 2009

What do you do when you don't know what to do?

Ελληνικά: τι κάνεις όταν δεν ξέρεις τι να κάνεις; Όταν το πρόβλημα που αντιμετωπίζεις δεν έχει εμφανή λύση, όταν κάθε σου προσπάθεια πέφτει στο κενό; Μία τακτική που εφαρμόζω συχνά στη ζωή μου, είναι, πρέπει να ομολογήσω, ο στρουθοκαμηλισμός. Κάνω απλά ότι δεν το βλέπω. Σαν να μην υπάρχει. Πιστεύοντας ότι αν το αγνοήσω με αρκετή αδιαφορία θα εξαφανιστεί κιόλας. Κι αυτό μένει εκεί και τρέφεται από το χρόνο που του δίνεις, για να χτυπήσει πιο δυνατά την επόμενη φορά που θα αποφασίσει να σου υπενθυμίσει την ύπαρξή του. Είμαι δειλή. Ξέρω ότι το τέρας είναι μέσα στη σπηλιά και νομίζω ότι μπορώ να κάνω αρκετή ησυχία ώστε να περάσω απ'έξω και να φύγω χωρίς να με πάρει χαμπάρι, όμως στην πραγματικότητα αυτό δεν κοιμάται καν, και είναι ζήτημα χρόνου να βγει έξω να με κάνει μία χαψιά. When ignorance is bliss it's folly to be wise. Δειλή. Λιπόψυχη. Άξια των κακών που θα με βρουν και ανίκανη να τα αποφύγω.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 02, 2009

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 20, 2009

Baby, baby!

Τι φωνή, τι στριγγλιά, τι πάθος, τι δυναμική, τι οδυρμός... Το νεότερο γειτονάκι μου κάνει την παρουσία του στη γειτονιά κάτι παραπάνω από αισθητή. Ανοίγει το σατανικό στοματάκι του και εξαπολύει βροντερές στριγγλιές που με τρόπο μαγικό μετατρέπουν τις πιο ευαίσθητες χορδές του νευρικού μας συστήματος σε ξεχαρβαλωμένο μπαγλαμά. Και η μαμά του; Τι κάνει; Όταν το μικρό αγγελούδι την ξεκουφαίνει, το παίρνει αγκαλιά και το βγάζει στο δρόμο, πρώτον για να του αποσπάσουν κάπως την προσοχή οι εκεί παραστάσεις και δεύτερον για να ανακουφίζεται από την ένταση της γλυκιάς φωνούλας του, καθώς τα ηχητικά κύματα δεν επιστρέφουν σε αυτήν κατόπιν ανακλάσεως στους τοίχους του σπιτιού, αλλά ταξιδεύουν πέρα για πέρα... φτάνοντας ως τα δικά μας αδικοπαθημένα αυτιά.

Άντε να χειμωνιάσει να το κρατάει μέσα γιατί δεν μας βλέπω να την παλεύουμε πολύ ακόμα...

The others

Τώρα που έγραψα το αποχαιρετιστήριο ίσως post μου (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση) μου ήρθε και η όρεξη να γράψω κάτι ακόμα (φαίνεται η ιδέα του αποχωρισμού με λαχταράει, μπορεί όμως και να είναι σημάδι ανάκαμψης και επιστροφής στη μπλογκοσυγγραφή). Ας γράψω λοιπόν για άλλα μπλογκ που έχουν όπως και το δικό μου μαραζώσει. Ο φίλος workaholic, π.χ. που με μύησε στο μπλογκ, ήταν ο πρώτος που διάβαζα και που με τον τρόπο που έγραφε έκανε να ωριμάσει και μέσα μου η επιθυμία να γράψω κι εγώ κάτι δικό μου στο web. Από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα ήξερα ότι είχα να κάνω με ένα άτομο ανοικτόκαρδο, δραστήριο, με αγάπη για τη ζωή και τους άλλους ανθρώπους. Μέσα από το μπλογκ του μπόρεσα να τον γνωρίσω καλύτερα, να δω πώς σκέφτεται, πώς αντιμετωπίζει τα περιστατικά που συμβαίνουν στη ζωή του, τι τον ενθουσιάζει και τι τον στεναχωρεί περισσότερο, να ρίξω ίσως μια ματιά σε πράγματα λίγο πιο προσωπικά και ενδόμυχα από ό,τι θα μου αποκάλυπτε σε έναν καφέ (αν και ομολογώ ότι πολλές φορές μου έχει αποκαλύψει πολύ ανοικτά πράγματα με μεγάλο προσωπικό βάρος). Κατά κάποιο τρόπο το μπλογκ του συμπλήρωνε την εικόνα που αποκτούσα για αυτόν από κοντά. Υπάρχουν πολλά είδη μπλογκ. Πχ. μπλογκ με ιστοριούλες και διηγηματάκια, μπλογκ με μπινελίκια, γκρίνιες και γενικά μία φιλοσοφία του τύπου "τα χώνουμε όπου βρούμε", μπλογκ με αυστηρά έως δύσκαμπτα δοκίμια για άσκηση ύφους και εμβριθή έως αμπελοφιλοσοφική ανάπτυξη ποικίλων ιδεών, και μπλογκ με απλό, προσωπικό, αληθινό ύφος και περιεχόμενο, όπου ο συγγραφέας σου μιλάει περίπου όπως αν βρισκόσασταν από κοντά και κουβεντιάζατε. Χωρίς να σου πουλάει πνεύμα, χωρίς να προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει, απλά σου δείχνει τον εαυτό του, τα ενδιαφέροντα, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Έτσι ήταν το μπλογκ του Χρήστου. Κι έτσι ήθελα να γράφω κι εγώ. Φλέρταρα λίγο καμία φορά με τις λέξεις, όπως κι εκείνος, όμως πάντα ό,τι έγραφα ήταν μία σκέψη αληθινή, που έβγαινε από μέσα μου όπως θα τη διατύπωνα αν έγραφα σε μία φίλη, ή ακόμη και αν κρατούσα ημερολόγιο. Όπως όμως είπα και στο προηγούμενο post, τα ρόδα είναι για τη ζωή και τα αγκάθια για την τέχνη. Ο Χρήστος είχε πολύ καλύτερο μπλογκ όταν από τη ζωή του έλλειπαν πολλά από τα πράγματα που την πλουτίζουν τώρα, όταν "αγαπούσε τη Τζέην αλλά αυτή αγαπούσε τον Ταρζάν", όπως ήταν ο τότε τίτλος του. Γιατί τότε έγραφε πραγματικά πράγματα προσωπικά. Τώρα το νέο του μπλογκ είναι σαν μαγκαζίνο. Έχει θέματα. Δεν λέω, πολλές φορές παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Δεν έχει όμως μέσα Χρήστο. Θα μπορούσε να το έχει γράψει ο οποιοσδήποτε. Αποζητώ έστω και μία ακτίνα φωτός που θα μπει μέσα από τη πιο μικρή χαραμάδα και θα φωτίσει μία πραγματική, αυθεντική διάθεσή του, μία σκέψη, έναν φόβο (ίσως τώρα που είναι παντρεμένος οι φόβοι του να έχουν γίνει ανομολόγητοι, δεν ξέρω). Το ίδιο είχε γίνει και με το blog της Silent Soul, την οποία ήξερα πολύ λιγότερο και έμαθα μέσα από το μπλογκ της πολύ περισσότερο, με τη διαφορά ότι την ακτίνα εκείνη που σας έλεγα παραπάνω είδα σήμερα να την εκπέμπει σε μία ανάρτησή της. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί πόσο παρήγορο είναι για μένα να ξέρω ότι και κάποιος άλλος που φαινομενικά τα πιο πολλά πράγματα στη ζωή του είναι μια χαρά κάνει τέτοιες σκέψεις. Να ξέρω ότι ναι, είμαι κι εγώ αχάριστη όταν έχω τόσα πολλά και όμως παραπονιέμαι και μιζεριάζομαι, ή φοβάμαι και αγχώνομαι υπερβολικά, αλλά δεν είμαι η μόνη. Ελπίζω στο μέλλον τόσο αυτοί όσο και εγώ να γράφουμε (αν γράφουμε) πράγματα αληθινά και από ψυχής και να κάνουμε τα μπλογκ μας παράθυρα στην καρδιά και τη σκέψη μας και όχι κάτι μεταξύ Ε και ΒήΜαgazino.

Is this the end?

Τι να κάνω με το μπλογκ αυτό; Να το σβήσω; Να το αφήσω εκεί να υπάρχει σαν σκονισμένο αρχείο ώστε να μπορεί, όποιος θέλει, να διαβάζει; Η αλήθεια είναι ότι με έχουν εντυπωσιάσει ετεροχρονισμένα σχόλια για αναρτήσεις πολυκαιρισμένες και σχεδόν ξεχασμένες πια, και είναι ένας από τους βασικούς λόγους που δεν το έχω διαγράψει ακόμη. Κυρίως για αναρτήσεις από την εποχή που είχα χωρίσει από την προηγούμενη σχέση μου (πολυγραφότατη ήμουν τότε) έχω δεχθεί όψιμα σχόλια, πράγμα που με κάνει να σκέφτομαι ότι κάποιος που βρίσκεται τώρα στη φάση που ήμουν εγώ τότε (και που με βρήκε πώς; Έβαλε τη λέξη "χωρισμός" στο google; Τεσπαν) ίσως μέσα στα παλιά μου γραπτά κάτι να βρει που θα τον βοηθήσει ή να τον κάνει να νιώσει καλύτερα (ή χειρότερα, αλλά μέσα από μία παρήγορη ταύτιση με κάποιον άλλον).

Πλέον στο μπλογκ δεν πολυγράφω, όπως θα έχετε μάλλον παρατηρήσει. Τώρα γιατί, ούτε κι εγώ καλά καλά ξέρω. Ίσως γιατί το έχω ακόμη κρυφό από αρκετά άτομα (ακόμη και κοντινούς φίλους) και δεν το έχω "εντάξει" πλήρως στη ζωή μου (θα ήταν αλλιώς αν είχα μιλήσει για αυτό σε όλα τα άτομα που ξέρω και ήταν για μένα ένας "κόμβος επικοινωνίας" με τους άλλους). Αν και έτσι μάλλον θα έχανε κάτι από την προσωπική και ιδιωτική του φύση (τα άτομα στα οποία έχω εμπιστευτεί την ύπαρξή του νιώθω ότι μπορούν να καταλάβουν καλύτερα κάποια πολύ ιδιοσυγρασιακά πράγματα που γράφω, κυρίως τις διαθέσεις μου όταν αυτές γίνονται λίγο πιο κατηφείς και σκοτεινές από ό,τι θα ήθελα να αποκαλύψω στους πολλούς). Μπορεί και να κάνω λάθος. Μπορεί όσοι με διαβάζουν (με διάβαζαν, για να το πω σωστά, γιατί πλέον με τόση στασιμότητα θα έχουν όλοι λακίσει) να το κάνουν κυρίως από περιέργεια και όταν βλέπουν κάτι πιο μύχιο και αλλόκοτο να τρομάζουν ή να ανησυχούν για την ψυχική μου ισορροπία, και να αποφασίζουν ότι θα προτιμήσουν στο εξής να περιορίσουν την εκ του σύνεγγυς επαφή μαζί μου γιατί μάλλον πως δεν στέκω και πολύ καλά η καημένη. (Μα τι γράφω;)

Τελοσπάντων, θα δώσω μία ακόμη πίστωση χρόνου σε αυτό το έρμο το μπλογκ. Από την αρχή το έβλεπα σαν ένα μήνυμα στο μπουκάλι, με εμένα τον ναυαγό σε ένα έρημο νησί να γράφω τις σκέψεις μου και να τις εμπιστεύομαι στη θάλασσα για να τις μεταφέρει σε άγνωστους παραλήπτες. Αλλά φαίνεται πως το τελευταίο διάστημα μάλλον απορροφήθηκα πολύ από τη ζωή και τις σκέψεις μου στο νησί (πώς να φτιάξω την καλύβα μου τώρα που έρχεται χειμώνας, πώς θα φτάσω τις πάνω καρύδες γιατί τις κάτω που τις έφτανα τις έχω φάει όλες, πού θα στήσω την αιώρα που τόσο καιρό λέω να φτιάξω και τέτοια) και δεν καταδέχτηκα να επικοινωνήσω με τον έξω κόσμο, μπας κι έρθει κανείς και με γλιτώσει από την ερημιά μου. Πιθανόν γιατί είχα αρχίσει να πιστεύω ότι το νησί μου ήταν πολύ μακριά από την κοντινότερη στεριά. Ίσως όμως και να μην είναι έτσι...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

Spongebob Makropoulopants

Νομίζω από ένα επίπεδο χωσίματος στη δουλειά και πάνω, η μόνη μουσική που θες να ακούσεις είναι τα σκυλάδικα. Από κει που καλά καλά δεν άκουγα ελληνικά, ξαφνικά πεθαίνω για Μακρόπουλο! Απολαύστε την "κατάσταση εκτάκτου ανάγκης" με τη σκηνική παρουσία του Μπομπ Σφουγγαράκη:

Παρασκευή, Ιουλίου 17, 2009

Where did I go wrong?

Έλεγα πάντα ότι είναι ιδιαίτερα παραπλανητικό να θεωρούμε ότι μπορούμε να προβλέψουμε πώς θα είχε εξελιχθεί η ζωή μας αν είχαμε ακολουθήσει ένα παράλληλο μονοπάτι σε κάποιο βήμα μας. Και παρόλα αυτά είχα πολύ καλά εντοπίσει τα σημεία στη ζωή μου όπου θεωρούσα ότι είχα παραστρατήσει, αυτά που αν γύριζε πίσω ο χρόνος θα έκανα διαφορετικά. Ήμουν δε πολύ σίγουρη ότι τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί πολύ καλύτερα για μένα, γιατί πολύ απλά θα είχα αποφύγει σφάλματα, άρα η ζωή μου θα ήταν πιο καλή, πιο "σωστή" χωρίς αυτά. Το τελευταίο διάστημα όμως, πλημμυρισμένη από αβεβαιότητες και γεμάτη αμφισβήτηση για τον εαυτό μου, έχω χάσει ακόμη και αυτούς τους φανταστικούς γνώμονες, που στο μυαλό μου τακτοποιούσαν τα λάθη μου με δυο κινήσεις. Έχω επίσης χάσει την αίσθηση του σωστού. Αυτά που νόμιζα για σωστά ήταν όντως σκόπιμο να γίνουν; Μήπως αγωνίστηκα για πράγματα που δεν άξιζαν; Μήπως κοπίασα για κάτι που δεν με επιβράβευσε (ή έστω αποζημίωσε); Μήπως ποτέ δεν γνώριζα ποιος είναι ο σωστός τρόπος να πορεύεται κανείς μέσα σ' αυτή τη ζωή και τελικά δεν έχει σημασία αν θα έκανα ή όχι τα λάθη που έχω κάνει, γιατί αν δεν έκανα αυτά θα έκανα κάποια άλλα; Πραγματικά δεν ξέρω πια αν γύρναγα πίσω το χρόνο τι θα διόρθωνα. Στα φανταστικά σενάρια που φτιάχνω στο μυαλό μου βλέπω τον εαυτό μου να αποτυγχάνει κάθε φορά, όποια παράμετρο της ζωής μου και αν αλλάξω. Εκεί που λέω "να, αυτό δεν ήταν σωστό, αν δεν το είχα κάνει θα..." "θα τι;" Τι θα άλλαζε δηλαδή; Αυτό που βλέπω στον εαυτό μου είναι μία εγγενής ανικανότητα να χειριστεί καταστάσεις και πράγματα, με βρίσκω πια ανίκανη να διαχειριστώ ακόμη και την πιο καλή τύχη. Τελικά ό,τι και να συνέβαινε, πάλι το ίδιο θα συνέβαινε...

Συγνώμη αν σας έριξα, περνάω μία φάση απαισιοδοξίας...

Σάββατο, Ιουλίου 04, 2009

Συμφοράάά...

...έκλεψαν τη συλλογή μου...Barilla! Δεν ξέρω πόσοι από εσάς θυμάστε (κι εγώ εκπλήσσομαι που το θυμάμαι είναι αλήθεια) τη διαφήμιση εκείνη που έπαιζε πριν από χρόνια και χρόνια στην τηλεόραση. Παρακολουθούμε μία διάρρηξη: μία λεπτεπίλεπτη μαυροντυμένη φιγούρα εισβάλλει σε ένα σπίτι τη νύχτα. Στο επόμενο πλάνο μας αποκαλύπτεται ο "θησαυρός": τα ανεκτίμητα ζυμαρικά Barilla φιγουράρουν σε μαύρες, βελούδινες κασετίνες, ένα "σχήμα" στην καθεμία: penne, gnocchi, fussilli, farfale. Η μάσκα (ή το καλσόν, ή ό,τι τεσπαν φορούσε) βγαίνει από το κεφάλι του διαρρήκτη, και διαπιστώνουμε ότι δεν πρόκειται, όπως θα περιμέναμε, για κανένα απελπισμένο άνδρα χωρίς στον ήλιο μοίρα, αλλά μία γοητευτική γυναίκα με πλούσια πανέμορφα μαλλιά, η οποία και αναφωνεί γεμάτη ικανοποίηση: Είμαι πλούσια!

Η διαφήμιση στηρίζεται στο πόσο παράδοξο φαίνεται, στις μέρες μας τουλάχιστον, να διαπράξει κανείς κλοπή, και δη να κάνει διάρρηξη, κλέβοντας φαγητό. Έλα όμως που εμάς προ καιρού αυτό ακριβώς μας συνέβη! Στο υπόγειο υπάρχει ένας καταψύκτης όπου φυλάμε τα τρόφιμα. Μία νύχτα λοιπόν, επιστρέφοντας από τη νυχτερινή μου διασκέδαση, βλέπω την πόρτα του γκαράζ ανοικτή, και επίσης ανοικτή την πόρτα του καταψύκτη, ο οποίος ήταν άδειος. Φαντάστηκα ότι ίσως κάναμε απόψυξη κ δεν το ήξερα, έκλεισα όμως την πόρτα του (πάλι καλά, αλλιώς θα είχε καεί). Φυσικά κάποιον που κλέβει τρόφιμα, άρα κλέβει για να φάει, τον βλέπουμε με κάποια συμπάθεια. Ναι να φάει, δε λέω, αλλά το κατσίκι μας; Τον λαγό μας; Το κουνέλι μας; (Και κουνέλι και λαγό, σημειώστε το αυτό). Τον κιμά μας τον ωραίο και μπόλικο; Τη στάκα μας τη σπιτική που μας την έδωσε η συμπεθέρα που έχει δικά της ζώα και είναι -εκτός από τίγκα στα λιπαρά κ τη χοληστερίνη- μπουκιά και συχώριο; Με αυτά θα χορτάσει δηλαδή ο πεινασμένος; Είναι δίκαιο αυτό; Δεν μας έλεγαν να τους αφήναμε κανα πακέτο ρύζι, μακαρόνια, φακές; Κανένα ληγμένο; Μας ξάφρισαν από την αφρόκρεμα της κρητικής γαστρονομικής πανδαισίας που με πλείστη περηφάνια φυλάγαμε στο κελάρι μας (το κελάρι μ'άρεσε σαν λέξη, επιτρέψτε μου, δεν την έχω ξαναχρησιμοποιήσει!) Βέβαια έχοντας φτάσει ως εκεί οι διαρρήκτες θα μπορούσαν να έχουν κάνει και πολύ χειρότερα, φτηνά τη γλιτώσαμε, δεν το συζητώ. Τη στάκα μας όμως ακόμα την κλαίω...

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009

Φαγητάκι ωραίο

...αν σας αρέσει το μπρόκολο. Μόλις την έδωσα μέσω msn σε μία φίλη μου. Χάριν πρωτοτυπίας (αλλά κυρίως επειδή βαριέμαι να την αλλάζω) θα σας τη δώσω κι εσάς υπό μορφή διαλόγου (εγώ γράφω με ελληνικούς χαρακτήρες κ η φίλη μου με λαντινικούς -ούτε παύλες διαλόγου δεν καταδέχομαι να βάλω, τι βαρεμάρα πια, πόσο ανεπρόκοπη μπορεί να είμαι!). Τα εύσημα στο περιοδικό healthy cooking της σειράς taste of home από όπου και προέρχεται (τεύχος Μαΐου):)

*2 μπουκέτα μπρόκολο
*1 φλ. κρεμμύδι ψιλοκομμένο
*6 αυγά + 6 ασπράδια
*miam
*1 κουτί εβαπορέ γάλα 0%
*6 oloklhra?
*ναι
*ok
*1 1/2 φλ τυρί τριμμένο
*λάδι, αλάτι, πιπέρι
*σωτάρεις πρώτα κρεμμυδάκι κ μπρόκολο (μόνο τα μπουκετάκια τα μικρά, όχι το κοτσάνι) σε 3-4 κουταλιές λάδι
*και όταν γίνουν crisp tender (τραγανά) τα προσθέτεις στο μίγμα των υπολοίπων συστατικών.Κρατάς μόνο 1/2 φλ. τυρί που το βάζεις στο τέλος πάνω πάνω, να κάνει γκρατέν.
*μετά λαδώνεις ένα πυρέξ και τα βάζεις μέσα
*40-45 λεπτά στο φούρνο, στους 180
*ξεσκέπαστο
*κ καλή σας όρεξη
*ti tyri?
*ό,τι θες, κάποιο κίτρινο, εγώ έβαλα με λίγα λιπαρά
*ok
*η γεύση του είναι σημαντική για το φαγητό αυτό πάντως
*ήταν extra light αυτό που έβαλα, άλλη φορά θα βάλω κέριγκολντ λάιτ ή κάτι τέτοιο
*mmm
*ok
*a
*milner?
*ναι καλή ιδέα
*ίσως κ να είναι το πιο ιδανικό
*kai de mou les gia posa atoma vgainei xondrika?
*6 μεγάλες μεγάλες μερίδες
*ή 8 κανονικές
*αυτό είναι Makeover πιο παχυντικής συνταγής βασικά
*που είχε πχ 12 αυγά, κρέμα γάλακτος, διπλάσιο τυρί
*αλλά ήταν BOMBA
*αν θες πχ βάζεις 1 φλ γάλα κ 1 κρέμα γάλακτος
*αλλά η γεύση θα είναι πολύ ικανοποιητική ό,τι και να κάνεις
*σου λέω το πιο σημαντικό είναι το τυρί
*"ακούγεται" πολύ στο τελικό αποτέλεσμα
*nai ok
*wraia

Α! Ξέχασα να πω στη φίλη μου ότι στο τέλος το αφήνουμε 10 λεπτά να "σταθεί" πριν το σερβίρουμε. Καλή επιτυχία!

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009

"Ρίξε τα μαργαριτάρια στ'αγρίμια...

...δώσ'την καρδιά σου εκεί, στα σκυλιά..." τραγουδούσαν οι Συνήθεις Ύποπτοι σε ένα τραγούδι που θυμάμαι από τα φοιτητικά μου χρόνια. Αυτό ακριβώς έκαναν οι Γάλλοι στη Eurovision. Έριξαν ένα σπάνιο, πραγματικό μαργαριτάρι στο πανηγυρο-τσίρκο που κατά πολλούς αποτελεί ο διαγωνισμός αυτός. Την Patricia Kaas. Για μία στιγμή άκουσα τη φωνή της χθες όταν σε κάποια φάση του ημιτελικού παρουσιάστηκαν επί τροχάδην τα τραγούδια που περνούσαν κατ' ευθείαν στον τελικό. Δεν θυμάμαι τίποτα από το τραγούδι ή τα λόγια (άκουσα άλλωστε τόσο λίγο), θυμάμαι όμως με το ελάχιστο έστω αυτό άκουσμα τη φωνή της να έρπει κάτω από το δέρμα μου και να με κάνει να ανατριχιάζω. Είναι απίστευτη. Η φωνή της μοιάζει με την υφή που έχει το βελούδο όταν το χαϊδεύεις ανάποδα, πλούσια και πυκνή, και ταυτόχρονα άγρια και ατίθαση. Νιώθεις στη συχνότητά της να πάλλεται κάτι βαθιά κρυμμένο στην ψυχή σου, είναι μία φωνή που αισθάνεσαι βιωματική από την πρώτη φορά που θα την ακούσεις. Για να μη μιλήσω για τη διεθνή φήμη που τη συνοδεύει. Με άλλα λόγια... τι δουλειά έχει στη Eurovision αυτή η ...τραγουδίστρια; Να λέγεται τραγουδίστρια δίπλα στα ατάλαντα γκομενάκια που το μόνο πράγμα που ξέρουν είναι να κουνιούνται; Δίπλα στα εκτρώματα, τις άκομψες εκκεντρικότητες, τις παγιέτες, τα ακροβατικά ("Σάαααακηηηηηηη!!!" -sorry Σάκη-) και όλη την αηδία που αποτελεί συγκριτικά η πλειονότητα των διαγωνιζομένων δίπλα της; Τι θέλανε οι Γάλλοι να τη στείλουνε; Δεν τη λυπήθηκαν; Σκεφτόμουν στην αρχή. Ποιος ξέρει τι βαθμούς θα πάρει, σιγά μην είναι ο όχλος των eurofans σε θέση να εκτιμήσει αυτή τη σπάνια φωνή. Και μετά το ξανασκέφτηκα. Ακριβώς για αυτό τη στείλανε. Όχι για να πατώσει ή να νικήσει. Απλά για να τη δείξουνε. Ότι την έχουνε. Η αξία της είναι αδιαμφισβήτητη, θα είναι ένας ογκόλιθος πλάι σε άμορφα χαλίκια. Σχεδόν από σνομπισμό τη στείλανε οι γάλλοι. Στέλνει κάθε χώρα τη τσιγκολελέτα της και την πράσινη βιολέτα της και στέλνει και η Γαλλία... το διαμάντι. Πήγανε με ένα ατόφιο διαμάντι (μια διαμάντι, μια μαργαριτάρι, δεν ξέρω πια με τι το μονάκριβο και πολύτιμο να την παρομοιάσω) στο πανηγύρι του χωριού... της Ευρώπης δηλαδή. Όχι για να δούνε αν θα ενδιαφερθεί κανείς να το αγοράσει και αν θα πιάσει τα λεφτά που αξίζει, δεν είναι για πούλημα. Το πήγανε μόνο και μόνο για να το δείξουν. Για τη φευγαλέα στιγμή που στη λάμψη του θα χορεύουν ασύλληπτοι ιριδισμοί και η σκιά του θα πέσει σε όλες τις άτεχνες ψευτιές που θα ντρέπονται να σταθούν δίπλα του. Η Γαλλία πηγαίνει στο χορό του κιτς φορώντας υψηλή ραπτική όχι για να θαμπώσει με τα φίνα και ακριβά υφάσματά της, για να μαγέψει μόνο με το θρόισμά τους. Δεν έχει νόημα να ευχηθούμε καλή επιτυχία στην Patricia. Απλά υποκλινόμαστε.

Τετάρτη, Μαΐου 06, 2009

Η πόλη του φωτός

Μία πόλη που δικαιολογεί απόλυτα τον μύθο που την περιβάλλει: τα βούτυρα, τα κρουασάν, η μόδα, η πολυτέλεια, οι τέχνες και τα θεάματα, τα αρώματα, ο έρωτας... είναι όλα εκεί. Οι γάλλοι φαίνεται να έχουν συγκεντρώσει όλες τις τρυφηλές απολαύσεις της ζωής που για άλλους θα γίνονταν καταβόθρες και θα τους έριχναν στο βούρκο της παρακμής, και έχουν καταφέρει να ισορροπούν με τη χαρακτηριστική τους κομψότητα πάνω σε αυτές, να χαίρονται την ηδονή τους χωρίς να παρασύρονται στην υπερβολή, την οποία φαίνεται να χόρτασαν οι Λουδοβίκοι και οι διάφοροι άλλοι περουκοφόροι και αλευροπρόσωποι που βασίλευαν για χρόνια στη χώρα. Το Παρίσι είναι ένα μπιζουδάκι: όπου και να το κοιτάξει κανείς θα βρει ομορφιά, αρχοντιά, ιστορία, μεγαλείο. Ακόμη και μία τυχαία περιπλάνηση στους δρόμους του φέρνει μοιραία τον επισκέπτη μπροστά σε κτήρια και μνημεία υψηλής ιστορικής και αισθητικής αξίας. Η πολιτιστική δραστηριότητα είναι έντονη, ικανοποιεί και τον πιο απαιτητικό σαν μία χορταστική μπαγκέτα. Χίλιες υποσχέσεις, και να πραγματοποιούνται και οι χίλιες. Η γοητεία του χρυσοστόλιστου αστικού τοπίου να εντείνεται όσο προχωρά η περιήγηση, μία ομορφιά το ίδιο σίγουρη για τον εαυτό της με αυτή των γυναικών. Κι η χαρά της ζωής να απλώνεται μπροστά σου...

Δευτέρα, Μαΐου 04, 2009

Runaway

Τόσες μέρες μετά και έπειτα από ένα απολαυστικό ταξίδι στο εξωτερικό η σκέψη και μόνο της κατάστασης που περιέγραφα ως την ακριβώς προηγούμενη ανάρτηση μοιάζει με κόκκους σκόνης που απέμειναν σε μια γωνιά όπου το βλέμμα δεν φτάνει ποτέ. Το μόνο που μου θυμίζει πώς ήμουν μέχρι λίγες μέρες πριν είναι ένα τραγούδι που είχα ανεβάσει στο ΜΡ3 και άκουγα ξανά και ξανά (ακόμη μου αρέσει χωρίς όμως να νιώθω τη θλίψη που το περιβάλλει), και που είναι το εξής (δυστυχώς δεν βρήκα βίντεο κλιπ, δεν θα υπάρχει μάλλον):

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2009

Bang bang

Τι θα γίνει; Έτσι θα τη βγάλουμε; Κάθε βράδυ θα ξυπνάω με εφιάλτες και δεν θα μπορώ να ξανακοιμηθώ, για να είμαι χάλια το πρωί και να θέλω να βάλω τα κλάματα; Όνειρο της περασμένης εσπέρας:

Μόλις έχω παρκάρει το αυτοκίνητο μακριά από εκεί που θέλω να πάω και ξεκινάω με τα πόδια προς το κέντρο. Είναι σκοτεινά και η διαδρομή που περπατώ είναι περισσότερο σαν διάδρομος παρά σαν δρόμοι. Φοβάμαι. Με προσπερνά ξαφνικά κάποιος που τρέχει και λίγο μετά κάποιος που τον κυνηγά. Κάνω στην άκρη για να περάσει ο δεύτερος και να αποφύγω τον κίνδυνο. Προχωρώ λίγο ακόμα αλλά αποφασίζω να γυρίσω πίσω και να πάρω το αυτοκίνητο ώστε να έρθω λίγο πιο κοντά στο μέρος που ήθελα να πάω για να μην κινδυνεύσω στο γυρισμό που θα είναι και πιο αργά. Βλέπω δύο τύπους που περνάνε και πυροβολούν απρόκλητα δύο άτομα. Συνεχίζω να περπατώ. Λίγο αργότερα απειλούν με όπλο τρία άτομα -το ένα τουλάχιστον από αυτά είναι μία μικροκαμωμένη κοπέλα με μαύρη μπλούζα, τα άλλα δεν θυμάμαι, μάλλον κοπέλες- και πυροβολούν αμέσως τα δύο. Μόλις φτάνουν στην κοπέλα πάνε να πυροβολήσουν αλλά διαπιστώνουν ότι τους έχουν μόλις τελειώσει οι σφαίρες. Η κοπέλα λέει μία "εξυπνάδα" ότι δεν θα μιλήσει για αυτό που είδε και κάνει να φύγει. Την χτυπούν και την αφήνουν παράλυτη από τη μέση και κάτω ή σοβαρά τραυματισμένη στη μέση. Φοβάμαι ότι τώρα που τους προκάλεσε θα την βιάσουν. Ο ένας προσπαθεί όντως να εκμεταλλευτεί τους κινητικούς περιορισμούς του τραυματισμού της, το μόνο που κάνει όμως είναι να της ξεζώσει την μπλούζα από τη μέση και να την πιάσει λίγο στο λαιμό. Τελικά σκοτώνουν την κοπέλα βάζοντάς της ένα περιστέρι στο στόμα σχεδόν ολόκληρο (μόνο η ουρά λίγο περισσεύει), δένοντάς την πισθάγκωνα και αφήνοντάς την να πεθάνει έτσι (εξακολουθεί να αναπνέει αλλά κάποια στιγμή λογικά θα πνιγεί). Μετά γυρνάνε και κοιτάνε εμένα. Είμαι πεσμένη κάτω κόντρα σε έναν τοίχο, όπως και η κοπέλα και τα άλλα δύο άτομα απέναντί μου. Ετοιμάζονται να με χτυπήσουν (αφού δεν έχουν πια σφαίρες), ή έρχονται τέλος πάντων να με "περιλάβουν" και τότε ξυπνάω.

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2009

Μακαβριότης μακαβριοτήτων, τα πάντα μακαβριότης!

Τι όνειρο ήταν πάλι αυτό που είδα χθες το βράδυ; Ο οργανισμός μου θέλει θρίλερ, δεν εξηγείται αλλιώς, και αφού δεν τα βλέπω στον ξύπνιο μου τα δημιουργεί το υποσυνείδητό μου στον ύπνο μου! Για την ακρίβεια το χθεσινό δεν ήταν τόσο τρομακτικό όσο πραγματικά μακάβριο, όπως λέει ο τίτλος του post. Η αλήθεια είναι ότι δεν θυμάμαι πια πολλές λεπτομέρειες εκτός από το ότι ήμουν εγώ και άλλες δυο φίλες μου (που δεν τις ξέρω στην πραγματικότητα ποιες είναι, απλά ήταν δύο κοπέλες και στο όνειρο ήταν φίλες μου και καλά) σε μία πλατεία όπου υπήρχε άκουσον άκουσον κλίβανος αποτέφρωσης! Ήταν ένα αρκετά μεγάλο σε μέγεθος πράγμα (σαν τέσσερα-πέντε περίπτερα -χαχα, μονάδα μεγέθους που βρήκα!) μαυροτσουκαλιασμένο γύρω γύρω και το περίεργο σε αυτό ήταν ότι είχε μία σκάλα αποτελούμενη από χρυσά ραβδιά (τα σκαλοπάτια δηλαδή), από την οποία έπρεπε να ανέβεις σε ύψος 3 μέτρα τουλάχιστον για να κάνεις τη δουλειά σου. Ανεβήκαμε λοιπόν κι εγώ και οι φίλες μου, εγώ με τόσο χαρακτηριστική άνεση που κρατούσα και τη μαύρη σακούλα με το πτώμα, οι άλλες δεν φάνηκε επίσης να δυσκολεύτηκαν, δεν ξέρω από πού ανέβηκαν όμως (ίσως είχε "πατάρια" από το πλάι, ή να βρήκαν σκαλιά και εκεί). Αν θυμάμαι καλά πρέπει να ανοίξαμε το καπάκι και να πέταξα τη σακούλα μέσα ή να τέλειωσε το όνειρο πάνω που το ανοίγαμε.
Γιατί ρε subconscious να πούμε μου ξηγιέσαι έτσι; Δεν τον έκοψα τον Γιάλομ; Ορίστε, παρόλο που πήγα και αγόρασα κι άλλο βιβλίο του το άφησα για να μη βλέπω τέτοια όνειρα και να μην αγχώνομαι γενικότερα, γιατί το άγχος του θανάτου να πω την αλήθεια μου αν και αυθεντικό (γιατί οφείλεται σε πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα), το θεωρώ και μάταιο γιατί τι έχεις να κερδίσεις με το άγχος σου; Το μόνο καλό που μπορεί να βγει από αυτό είναι να αποκτήσεις δίψα για ζωή, οπότε απόκτησέ την και από μόνος σου και χίμηξε πάνω της εξ αρχής να γλιτώσεις και χρόνο. Τι να κάνω τώρα εγώ; Μήπως να ξαναρχίσω το διάβασμα να το εξαντλήσω το θέμα, μπας και τώρα μου φταίει ότι το έχω αφήσει ημιτελές και μέσα μου το επεξεργάζεται το ασυνείδητο-υποσυνείδητο πώς τα λένε αυτά τα αφανή της νόησης; Δεν ξέρω.
Α, επίσης θυμάμαι ένα φυσικό σφουγγάρι μεγάλο μεγάλο να πέφτει από έναν καταρράκτη. Άσχετο.

Για να πω την αλήθεια βέβαια, τώρα που το καλοσκέφτομαι, παρόλο που δεν καταναλώνω εδώ και κάποιες μέρες σχετικά αναγνώσματα, σκέψεις για το θάνατο κάνω. Φίλους και γνωστούς με μεγάλη ηλικία και άσπρα μαλλιά τους σκέφτομαι καμιά φορά με θλίψη γιατί ξέρω ότι όπως και να έχει θα "φύγουν" πολύ πριν από μένα και θα τους χάσω (για γονείς και συγγενείς ούτε λόγος βέβαια, ο νους μου δεν τολμά να πάει ως εκεί, με τρόμο αγγίζει αυτή τη σκέψη όταν τη συναντήσει), φοβάμαι να χρησιμοποιήσω τη λέξη άγγελος για να χαρακτηρίσω κάποιον -από τους λίγους που κάποιες φορές την αξίζουν-, κοιτάζω στον καθρέφτη τα πρώτα βαρίδια που έχει αφήσει ο χρόνος στο πρόσωπό μου, τις πρώτες μου άσπρες τρίχες (μα επιτέλους γιατί δεν τα βάφω όσο είναι ακόμη λίγες;!). Πρέπει να απορροφηθώ στη ζωή, να μην τα σκέφτομαι αυτά. Πώς όμως;

Σάββατο, Απριλίου 18, 2009

Σχόλιο έκπληξη

Με μεγάλη έκπληξη είδα στα mail μου πρώτον ότι είχα σχόλιο για κάποια μου δημοσίευση (κάτι που δεν συμβαίνει κανονικά ποτέ σχεδόν, αν έκρινα από τα σχόλια που λαμβάνω -δηλαδή που δεν λαμβάνω- θα πίστευα ότι δεν με διαβάζει κανείς κι ότι τα γράφω μόνο για την πάρτη μου, τουλάχιστον δια ζώσης διάφοροι γνωστοί και φίλοι με διαβεβαιώνουν ότι με διαβάζουν κι εγώ τους πιστεύω επειδή το έχω πολλή ανάγκη). Μεγαλύτερη ακόμη έκπληξη όμως μου προκάλεσε το γεγονός ότι το σχόλιο δεν αναφερόταν σε κάποια πρόσφατη δημοσίευσή μου αλλά σε μία δημοσίευση που είχα κάνει Σεπτέμβριο του 07, ενάμιση χρόνο πριν. Κοίταξε να δεις που κάποιος βρίσκεται στη θέση που ήμουν εγώ τότε, βρήκε και διάβασε το post που είχα γράψει και μου γράφει σχόλιο τώρα! Είναι πολύ περίεργο που συμβαίνει τώρα κάτι τέτοιο, γιατί τελευταία μέσα στα διάφορα υπαρξιακά μου άγχη πολύ συχνά σκέφτομαι την έννοια του χρόνου και του πώς περνάει από πάνω μας, και συγκεκριμένα για τα μέρη που μας φιλοξενούν. Ήμουν στο σπίτι του φίλου μου και το μυαλό μου πήγε στην πρώτη φορά που το επισκέφτηκα όταν είχαμε πρωτογνωριστεί, θυμήθηκα πού καθόταν σε σχέση με την παρέα του, πού κάθισα εγώ -απογοητευτικά μακριά του, όπως μου είχε πει αργότερα-, τον φίλο του που μου πρόσφερε ένα από τα σουβλάκια που είχε μόλις παραγγείλει, το πώς πεταγόταν σαν ελατήριο κάθε φορά που έλεγα το όνομά του και έτρεχε να μου φέρει αν του ζητούσα κάτι, τις συζητήσεις που κάναμε στην παρέα... Ή στον επιτάφιο χθες σκέφτηκα ότι στην ίδια εκκλησία είχα παντρέψει την κουμπάρα μου, πού στεκόμασταν όταν ετοιμάζαμε τα πράγματα, το άγχος που είχα να πάνε όλα καλά (αλλά και την επίσκεψή μου στην ίδια εκκλησία στον επιτάφιο την προηγούμενη χρονιά), το πόσοι γάμοι, πόσες βαφτίσεις (και άλλα λιγότερο ευχάριστα) είχαν ευλογηθεί σε αυτήν την εκκλησία και για πόσα και πόσα χρόνια... Με συγχωρείτε που ξέφυγα λίγο από το θέμα μου αλλά αυτό ήταν κάτι που είχα στο μυαλό μου και ήθελα την ευκαιρία να το γράψω (θα μου πείτε ας το έγραφες σε ξεχωριστό post, συμμάζεψε τις σκέψεις σου επιτέλους).
Που λέτε, για να επανέλθω, με εξέπληξε ιδιαίτερα το σχόλιο που έλαβα σήμερα για το περασμένο-σχεδόν ξεχασμένο post. Κάποιος άλλος είναι στη φάση που ήμουν εγώ πριν από ενάμιση χρόνο... τι λες τώρα! Θυμάμαι ήδη μακρινά τον εαυτό μου, κάποιους μήνες μετά το χωρισμό εκείνο και ήδη σε μία πορεία καινούρια (την οποία ακολουθώ αισίως και τώρα) να προσπαθώ να εξηγήσω σε μία γνωστή μου κοπέλα που είχε λίγο καιρό χωρίσει και ήταν απαρηγόρητη ότι αυτό που της συνέβη ήταν για το καλύτερο και ότι δεν αξίζει να στεναχωριέται, ότι μετά από λίγο καιρό θα της φαίνεται σαν κάτι ασήμαντο. Κάποιους μήνες μετά και ενώ την είχα χάσει καιρό τη βλέπω σε μία παρέα και μου λέει "Πόσο δίκιο είχες σε αυτά που μου έλεγες τότε". Σχεδόν είχα ξεχάσει τι της είχα πει ακριβώς και τη ρώτησα σε τι αναφερόταν. "Για το κλάμα που έριχνα τότε" μου λέει. Το είδε. Το είδε και αυτή και θυμήθηκε τα λόγια μου. Το ίδιο θα συμβεί και στην κοπέλα που μου έγραψε το σχόλιο,αν και δεν ξέρω αν θα επιστρέψει στο blog να διαβάσει αυτά που με αφορμή αυτήν γράφω τώρα. Το μόνο σίγουρο ότι ο χωρισμός είναι κάτι που όλοι έχουμε περάσει. Και επίσης σίγουρο είναι ότι τελικά αργά ή γρήγορα, εύκολα ή δύσκολα "μας περνάει". Όσο πιο γρήγορα μπορέσουμε να κοιτάξουμε την κατάσταση μακροσκοπικά, δηλαδή σαν κάτι που συμβαίνει στον καθένα και όχι σαν κάτι που συμβαίνει σε εμάς γιατί μας έχουν φτύσει (μα τι λεπτότης στην έκφραση!), τόσο το καλύτερο. Χρόνος χρειάζεται σίγουρα, και πόνος και σκέψη και υπομονή. Αλλά κάθε καινούρια μέρα που έρχεται κουβαλά μαζί της την υπόσχεση για κάτι καλύτερο και πρέπει να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να την βοηθήσουμε να το πραγματοποιήσει. Ο χρόνος κυλάει αμείλικτα περνώντας από πάνω μας και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ζούμε όσο γίνεται πιο γεμάτα την κάθε μας στιγμή. (Κοινοτυπώ το ξέρω αλλά έτσι είναι τα πράγματα αυτά.) Εύχομαι στην κοπέλα που μου έγραψε το σχόλιο να μπει σύντομα σε μία καινούρια και όμορφη φάση στη ζωή της, να διδαχθεί από τα παλιά της λάθη για να αποφύγει τα καινούρια και να έχει τη δύναμη να ξεπερνά στη ζωή της χωρισμούς και ό,τι άλλο άσχημο της τύχει.

Παρασκευή, Απριλίου 17, 2009

Είπε τέτοιο πράγμα ο Αλβέρτος;

Κάτσε να το σημειώσω εδώ (μπακαλοτέφτερο το έχω καταντήσει πια το blog, έλεος) γιατί ετοιμάζομαι να τις επιστρέψω τις φωτοτυπίες όπου είναι γραμμένο και θα το ξεχάσω και χάσω μια για πάντα:

"Τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε δεν μπορούν να λυθούν στο ίδιο επίπεδο σκέψης που βρισκόμασταν όταν τα δημιουργήσαμε".

Αντιγράφοντάς το συνειδητοποιώ πώς περίπου λειτουργεί στη φυσική αυτή η σκέψη, αναφορικά με τη σχετικότητα. Είναι όμως πολύ ενδιαφέρουσα η διάσταση που παίρνει αν την απομονώσουμε από το αρχικό περιβάλλον της και την εντάξουμε σε ένα άλλο πεδίο σκέψης που αφορά τα δικά μας προβλήματα.

Το σπίτι μέσα στ' όνειρο κι η άβυσσος μπροστά μου

Καλά που μπήκε μέσα ο αδερφός μου και μου απέσπασε λίγο την προσοχή από τις σκέψεις μου γιατί διαφορετικά η ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής θα ωχριούσε μπροστά τους. Τι μου συμβαίνει τώρα, τι μου συμβαίνει, για να δω μήπως μπορώ με το αδύναμο μπροστά στο συναίσθημα μυαλό μου να βάλω σε μία τάξη αυτά που γίνονται μέσα μου. Τι και τι με έχει φέρει στην κατάσταση που βιώνω αυτή τη στιγμή:
-Επέστρεψα πριν λίγες μέρες έπειτα από πολυήμερη απουσία από την πόλη μου και από τις συνήθεις δραστηριότητές μου και για κάποιο λόγο (αδράνεια μάλλον) δεν φρόντισα να επανασυνδεθώ με τις κοινωνικές μου συναναστροφές, κάτι που με έχει κάνει αρκετά εσωστρεφή.
-Διαβάζω ένα βιβλίο του Γιάλομ και μου φαίνεται ότι παρακολουθώ θρίλερ (για να μην πω ότι θα προτιμούσα να παρακολουθώ θρίλερ, που δεν βλέπω ποτέ): οι ασθενείς κατατρέχονται από ένα σωρό υπόγεια, κρυφά απωθημένα τα οποία αποκαλύπτονται μέσα από τρομακτικά και μακάβρια όνειρα (κρανία καλυμμένα με βλέννες και τέτοια) και όλοι τελικά μέσα μας είμαστε τρομαγμένα και αβοήθητα παιδιά, ανυπεράσπιστα απέναντι στην αμείλικτη πορεία του χρόνου που μας οδηγεί αναπόδραστα στο θάνατο.
-Την αίσθηση αυτή ενίσχυσε η χθεσινή μου επίσκεψη στην εκκλησία (αν και χάρηκα πολύ που πήγα με τον καλό μου), όπου βρέθηκα ούτε λίγο ούτε πολύ μπροστά σε έναν κανονικότατο ανθοστόλιστο τάφο, να ακούω ψαλμούς περί της καθόδου στον Άδη και να σκέφτομαι τι έκανε τις καλόγριες της μονής, που μια χαρά γυναίκες ήταν, να απαρνηθούν μία "φυσιολογική ζωή" με άνδρα, παιδιά, σκυλιά και γατιά (ή και τίποτα από όλα αυτά, λέω εγώ τώρα πώς είναι ένα δημοφιλές έως τετριμμένο σενάριο) και να αφοσιωθούν στον Κύριο.
-Τις τελευταίες ημέρες απέχω σημαντικά από την έκθεση στο ηλιακό φως λόγω της κλειστομανίας που αναφέρω στο πρώτο σημείο.

Δεν ξέρω αν θα πρέπει να ψάξω βαθιά μέσα μου να βρω πράγματα που μου φταίνε και ρίζες του κακού για να τις ξεριζώσω ή απλά να εκλογικεύσω την κατάσταση και να πω "φταίει που δεν βλέπω φως" ή "αν κάνω λίγη γυμναστική θα τρέξουν ενδορφίνες και θα μου περάσει". Α, ξέχασα εντελώς ότι αρχικά ξεκίνησα να γράφω αυτό το Post για να αναφέρω ένα όνειρο που είδα πρόσφατα (θέλω πολύ να καταγράφω όλα ει δυνατόν τα όνειρά μου για να μην τα ξεχάσω):

Το βασικό θέμα του ονείρου μου λοιπόν είναι ένα σπίτι. Ένα διαμέρισμα σε μία πολυκατοικία. Είναι ισόγειο ή πρώτος όροφος ή ημιόροφος (όπως είναι το σπίτι μας) ή ημιυπόγειο ή κάτι τέτοιο. Πολύ ψηλοτάβανο και ευάερο αλλά οι τοίχοι είναι λίγο κίτρινοι (ίσως όχι από βρωμιά, δεν ξέρω αν καθαρίζει αυτό που έχουν). Το σπίτι λοιπόν αυτό είναι λίγο... κέντρο διερχομένων. Διάφοροι μπαίνουν και βγαίνουν, κάτι περίεργοι νταγλαράδες με μαύρα ρούχα, μπαίνω κι εγώ, βγαίνω. Το θέμα είναι ότι όπως λένε και στα αγγλικά...this house is not a home. Δεν είναι σπίτι όπου μπορείς να μείνεις. Δεν μπορείς να μείνεις γιατί είναι απροστάτευτο, δεν σου δίνει την αίσθηση της σιγουριάς, του "μέσα", μπορεί να μπει ο οποιοσδήποτε, δεν σου προσφέρει ασφάλεια. Έντονα θυμάμαι αν και έχουν περάσει αρκετές μέρες μία γυναίκα που κρατά ένα μωρό στην αγκαλιά της, δεν θυμάμαι όμως αν μπαίνει ή όχι στο σπίτι ή αν απλώς στέκεται απ' έξω προσπαθώντας να δει αν θα μπορούσε να φέρει μέσα το μωρό της (φυσικά και δεν μπορεί, πού να το φέρει η γυναίκα, δεν είναι ασφαλές αυτό το μέρος, όχι πως είναι η μέκκα του εγκλήματος ή τίποτα τέτοιο, αλλά αν κάτι συμβεί δεν υπάρχει ασφάλεια). Επίσης αυτό το σπίτι δεν πολυέχει έπιπλα, αν και είναι μεγάλο και θα μπορούσε να γίνει ωραίο (όχι από μένα, εγώ σε θέματα διακόσμησης είμαι στα όρια της διανοητικής καθυστέρησης) και φιλόξενο (λέμε τώρα, το φανταζόμαστε αυτό).

Να υποθέσω ότι η γυναίκα με το παιδί είναι μία πιθανή μελλοντική πλευρά του εαυτού μου. Ότι το σπίτι είναι η ζωή μου όπως είναι τώρα, ουσιαστικά ανέστια, ξέφραγη, έρημη, αβέβαιη (αυτοί οι τύποι με τα μαύρα τι είναι; Μη φανταστείτε men in black με κουστούμια και τέτοια, φούτερ ψιλοξεβαμμένα φοράνε και τζιν. Μπορεί να είναι οι εραστές μου -αρρενωποί, δυνατοί αλλά κάπως παρακατιανοί και σε κάθε περίπτωση ανάξιοι εμπιστοσύνης).

Τις τελευταίες μέρες έχω αρχίσει να σκέφτομαι πολύ για τη ζωή μου, το τι έχω κάνει και τι θα μπορούσα να είχα κάνει και δεν έκανα. Εντόπισα ότι κάποια προβλήματα στη σχέση μου σχετίζονται με το ότι νιώθω πως δεν έζησα αρκετά όμορφη και γεμάτη προσωπική ζωή μέχρι τώρα, γιατί δεν είχα μυαλό και με παρέσυραν διάφορα πράγματα χωρίς αξία, κάτι που μου έβγαινε σαν φθόνος μέσα στη σχέση. Και πικρία και πόνος και βάσανο. Νιώθω την καρδιά μου "στριμωγμένη".

Προκαλώ (ή καλύτερα παρακαλώ) τους επίδοξους αναλυτές ονείρων ή ανθρώπων να μου πουν τη γνώμη τους για το όνειρο ή για τα υπόλοιπα, αν τυχόν τα γραφόμενά μου ξυπνήσουν μέσα τους κάποια παραπάνω σκέψη, και ζητώ συγνώμη που δεν μπαίνω στον κόπο να γράψω έναν πιο "στρογγυλεμένο" επίλογο.

Σάββατο, Απριλίου 04, 2009

The slip and the grip (ελεύθερη μετάφραση: να γραπωθώ να ανέβω)

Έχει περάσει πολύς καιρός χωρίς να γράψω στο blog. Και ακόμη περισσότερος από την τελευταία φορά που έγραψα κάτι ουσιαστικό. Υπήρξαν φορές που ήθελα να ακονίσω την πένα μου (σόρυ αλλά μία φωνή μέσα μου φωνάζει: σιγά τον κονδυλοφόρο!) πάνω σε εικόνες, συναισθήματα, εμπειρίες αλλά είτε δεν υπήρχε ο χρόνος είτε δεν υπήρχε πρόχειρος υπολογιστής.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα σίγουρα θα ξεχωρίσω τη χορευτική παρουσίαση στο πάρτι της σχολής χορού που πηγαίνω (δεν έχω νιώσει τίποτα παρόμοιο, κάποια στιγμή που θα με βρει με καλή διάθεση θα κάτσω να σας γράψω για αυτό, ήταν υπέροχα) και την αναχώρηση την επόμενη ακριβώς μέρα για τον "παράδεισο των βράχων", ένα λαξευμένο βότσαλο στα Δωδεκάνησα, φτιαγμένο για όσους έχει βαρέσει αγιάτρευτα η λόξα της μεγάλης ανηφόρας και πασχίζουν να ανέβουν σε ολοένα πιο κακοτράχαλους και δύστροπους βράχους.
Και επειδή είμαι ακόμη εκεί θα σας μιλήσω λίγο παραπάνω για αυτό. Κατ'αρχάς δεν έχω ακόμη καταλάβει αν ανήκω σε αυτούς που "έχει βαρέσει αγιάτρευτα η λόξα της μεγάλης ανηφόρας". Η ώρα της ανάβασης σου δείχνει πολλά για τον εαυτό σου. Φαίνεται το πείσμα σου, φαίνεται η δειλία σου, φαίνεται η υπομονή σου, το πόσο κοντά είσαι στο θυμό, στην υπέρβαση, στην παραίτηση, το αν θα επιχειρήσεις αυτό που δεν μπορείς (ή έτσι μόνο νομίζεις), αν θα τολμήσεις να αναμετρηθείς με ορεινούς όγκους αποκαρδιωτικής διαμόρφωσης, φυσικούς και εσωτερικούς. Σε μένα φαίνονται καθαρά και τα καλά και τα άσχημα. Από τα άσχημα, απ' τα οποία μου επιβάλλει η μετριοφροσύνη μου να ξεκινήσω (ώστε να έχω μετά όλο το περιθώριο να αναπτύξω τα καλά, τι ψώνιο), ξεχωρίζω το πόσο ηττημένη νιώθω συχνά απέναντι στο φόβο μου, το πόσο φυγόπονη είμαι και το ότι μου λείπει πολλές φορές το πείσμα και η επιμονή. Από τα καλά είναι η ψυχραιμία που έχω τις πιο πολλές φορές (από την αρχή για την ακρίβεια, για κάποιο λόγο δεν "σαστίζω"), το ότι δεν μου βγαίνουν νεύρα (φόβος ναι, αβεβαιότητα ναι, "τσαντίλα" κάποιες φορές ναι, αλλά όχι επιθετικότητα με τους άλλους) και ότι για κάποιο ανεξήγητο λόγο όταν αισθάνομαι ότι όλα πάνε καλά έχω μία πρωτοφανή και άξια απορίας ανεμελιά σχετικά με το όλο θέμα. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο θα "πωρωθώ" με τη δραστηριότητα αυτή όπως οι άλλοι εδώ πέρα (βέβαια για να αποτελεί μέχρι και τώρα ζητούμενο αυτό μάλλον πως δεν..., αλλά ποτέ δεν ξέρεις), και σε τελική ανάλυση κατά πόσο θα επιλέξω να έρθω αντιμέτωπη με τις αδυναμίες μου και να κονταροχτυπηθώ μαζί τους, να παλέψω για να συρθώ στη μεγάλη ανηφόρα ή αν θα προτιμήσω να τις κρύψω κάτω από το χαλί, να τις αγνοήσω σφυρίζοντας δήθεν αδιάφορα (τρέμοντας όμως πάντα μέσα μου τη στιγμή που θα με εκδικηθούν για αυτό). Ίσως απλά να βρίσκομαι στη φάση που πρέπει να κάνεις τις περισσότερες (εσωτερικές κυρίως) υπερβάσεις και μου έχει πέσει λίγο βαρύ το πρόγραμμα. Όπως και να έχει θα δείξει. Αν ο φόβος, η ασφαλιστική δικλείδα της αυτοσυντήρησης θα με κρατήσει μακριά από τον κίνδυνο ή αν το αγρίμι μέσα μου θα απαιτήσει να τον αψηφίσω...

Τρίτη, Μαρτίου 17, 2009

Prime

...ή στα ελληνικά "Εγώ, αυτός και η μητέρα του". Για κάποιο λόγο μου είχε μπει να δω την ταινία αυτή σε dvd, δεν ξέρω, φαντάστηκα ότι θα ήταν μία ευχάριστη αισθηματική κομεντί που θα μου χάριζε ένα ανέμελο και ξεκούραστο δίωρο, έπαιζε και η Ούμα Θέρμαν, έπαιζε και η Μέριλ Στριπ, ε, καλή δεν θα ήταν;
Αμ δε που ήταν. Η απόλυτη αποτυχία. Τίποτα στην ταινία δεν λειτουργεί αρμονικά. Κατ' αρχάς οι χαρακτήρες δρούσαν άλλα αντ'άλλων. Η Ούμα Θέρμαν υποτίθεται ότι έχει μόλις χωρίσει στην αρχή της ταινίας, κάτι που εξομολογείται στην ψυχολόγο της, αλλά με το που γνωρίζει τον 23χρονο (που είναι ο γιος της ψυχολόγου, αυτό είναι το κλου της ταινίας υποτίθεται) ούτε που της ξαναπερνά από το μυαλό ο πρώην σύζυγός της, με ένα παφ εξαλείφεται από τη μνήμη της. Υποτίθεται ότι είναι 37 χρονών (μακάρι να είμαστε κι εμείς έτσι στα 37, είναι μία κούκλα), αλλά δεν μας δίνει τίποτα παραπάνω από ακκισμούς και σκερτσάκια χαζοέφηβης (αν και ίσως κάπου με ευχαριστεί να βλέπω ότι αυτή η ιδιαίτερης ποιότητας γυναίκα δεν βρίσκει τη θέση της μέσα σε κάτι μέτριο -προς κακό, για να είμαι πολύ επιεικής- αποδεικνύοντας ότι είναι φτιαγμένη για κάτι πολύ διαφορετικό -πχ την πέτυχα τις προάλλες στην τηλεόραση στο Βατέλ, με τον Ντεπαρντιέ, έξοχη). Η Μέριλ Στριπ υποτίθεται ότι είναι ταυτόχρονα μία ψυχολόγος, από τη μία (που μία ευρύτητα πνεύματος περιμένεις να την έχει, τελοσπάντων), και από την άλλη είναι μία νοικοκυρά που κουβαλά πλήθος μικροαστικών αντιλήψεων της εβραϊκής κοινωνίας (με εμμονή να παντρευτεί ο γιος της εβραία και διάφορα τέτοια), κάτι που δεν κολλάει, αφού ούτε μία από τις καλύτερες ηθοποιούς του Χόλιγουντ δεν μπορεί να το αποδώσει πειστικά (ο χαρακτήρας για μένα έμεινε απογοητευτικά απροσδιόριστος και μπερδευτικά αντιφατικός).
Μετά, ο πιτσιρικάς... εδώ δεν φταίει μόνο ο σκηνοθέτης και η ταινία, φταίει και ο ηθοποιός. Ο νεαρός της ταινίας, αν ήταν χρώμα θα ήταν κομοδινί: αδιάφορος, μουντός, υποτίθεται πάει με όλα αλλά στην πραγματικότητα δεν πάει με τίποτα και χαλάει και το σύνολο αν κάπου το προσθέσεις. Η πάστα του δεν είναι ούτε για δευτέρας διαλογής ταινίες με ξελιγωμένους έφηβους που κυνηγάνε γκομενίτσες (ούτε την καλτ ποιότητα που θα ζητούσαν αυτού του είδους οι ταινίες είχε). Υποτίθεται ότι ο χαρακτήρας είναι ένας 23χρονος με πάθος για τη ζωγραφική, που όμως χαντακώνει ο ίδιος τα όνειρά του ανίκανος να αντιταχθεί στις συντηρητικές αντιλήψεις της παραδοσιακής εβραϊκής οικογένειάς του. Και υποτίθεται ότι ανήκει και στο είδος του έφηβου που θα αγνοήσει τις εικοσάχρονες συνομίληκές του και θα ερωτευτεί μία μεγαλύτερη γυναίκα, όχι πια τόσο φρέσκια, σημάδι πρόωρης και απρόσμενης (ιδίως για τα ανδρικά δεδομένα) ωριμότητας, που πραγματικά στην ταινία ούτε με κιάλια δεν το διακρίνουμε. Επίσης υποτίθεται ότι είναι έξυπνος και με χιούμορ, αλλά εμείς χασμουριόμαστε όποτε μιλάει. Γιατί δεν βρήκαν κάποιον άλλον δεν καταλαβαίνω. Σαν ποιον; Αν θέλανε το γκομενάκι που φυσάει και κάνει τα κοριτσάκια να αναστενάζουν, ας βάζανε τον Τζος Χάρνετ (έτσι δεν τον λένε, τον μορφονιό που έπαιζε στο 40 μέρες και 40 νύχτες, στο Περλ Χάρμπορ και διάφορα άλλα, εντυπωσιακά ωραίο παιδί). Αν θέλανε πάλι κάτι πιο "ψαγμένο" έπρεπε να βάλουν κάτι με την πάστα που είχαν οι νεαροί του "Κύκλου των χαμένων ποιητών", γεμάτοι νεανικά ιδανικά, εφηβική ορμή και ενέργεια, με τη σπίθα της οξυγονοκόλλησης που κολλά τον κρίκο ανάμεσα στον έφηβο και τον άνδρα (πώς τα λέω ώρες ώρες, μα πού τα βρίσκω). Δεν είναι δυνατόν στους χαμένους ποιητές να βρήκαν ένα τσούρμο ολόκληρο από τέτοιους νεαρούς και σε αυτήν την ταινία να μην τους βρέθηκε ούτε ένας! (Και ένας Τζον Κιούζακ θα πήγαινε πολύ τώρα που το σκέφτομαι, έπρεπε να κάνω εγώ το κάστινγκ της ταινίας, πάει και τελείωσε.)
Για να ολοκληρώσω τη νεκροψία της ταινίας αυτής να πω τέλος ότι εκτός από τους χαρακτήρες δεν δουλεύουν καθόλου και οι σχέσεις μεταξύ τους. Δεν μας πείθει τίποτα ότι η Θέρμαν και ο νεαρός είναι δίδυμες ψυχές με μοναδική σχέση μεταξύ τους, δεν καταλαβαίνουμε τι είδους σχέση έχει η Μέριλ Στριπ με την θεραπευόμενη (τη βλέπει απλώς επαγγελματικά; νοιάζεται για αυτήν; θέλει να τη σουβλίσει πριν το πάσχα όταν μαθαίνει ότι τα έχει με τον κανακάρη της; τι τελοσπάντων; Τώρα που το σκέφτομαι το κακό ήταν ότι η ταινία έδειχνε λίγο από όλα αυτά και πολύ από τίποτα, ενώ αν έδειχνε μία ακραία περίπτωση -πχ να έχει φρικάρει άσχημα που η άλλη είναι με το γιο της- θα μπορούσε να περισώσει το κωμικό στοιχείο, ή αν εστίαζε στο δίλημμα του ψυχολόγου θα μπορούσε να δώσει μία χροιά διαφορετικού προβληματισμού. Τα έβαλαν όμως όλα εκεί πέρα τουρλού τουρλού, με ανάλογα αποτελέσματα).

Εν κατακλείδι, μην δείτε την ταινία παρά μόνο για να ξεσηκώσετε ενδυματολογικές ιδέες από το ντύσιμο της Ούμα (το μόνο πράγμα στην ταινία που είναι πραγματικά άψογο) ή να διαπιστώσετε πόσο εύστοχη και ακριβής είναι η κριτική που μόλις διαβάσατε (πολύ θα με τιμούσε κάτι τέτοιο αλλά καλύτερα μην χάνετε το χρόνο σας, όταν το πετύχετε κάποια στιγμή στην τηλεόραση και δεν έχει κάτι καλύτερο στα άλλα κανάλια θα ρίξετε μια ματιά και θα με καταλάβετε). Αυτά.

Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2009

Ίωση

Τι είναι αυτό που μου έμελλε να πάθω Παναγία μου; Με ποια πληγή του Φαραώ μπορεί να συγκριθεί η σαρωτική, συντριπτική και δυσβάσταχτη ασθένεια που με βάρεσε; (Εδώ παρατηρούμε ότι η συγγραφεύς παρασύρεται από την πένα της. Στην πραγματικότητα η ασθένειά της δεν είναι τόσο... τρικυμιώδης όσο την περιγράφει αλλά αυτές τις λέξεις σκέφτηκε πρώτα, αυτές έγραψε. Τη συγχωρούμε όμως γιατί ο πυρετός τη βαράει αλύπητα και ιδιαιτέρως επίμονα τις τελευταίες μέρες. Πάμε λοιπόν από την αρχή:)
Τα κόκαλά μου περιβάλλει ένας παγωμένος, σφιχτοδεμένος μανδύας που τα κάνει να τουρτουρίζουν ως το μεδούλι. Στο στέρνο μου μία ξερή ξύλινη σανίδα γεμάτη ακίδες μου ξεσκίζει το λαιμό και τα πνευμόνια κάθε φορά που βήχω. Ο λαιμός μου αν κοιτάξω με το καθρεφτάκι μέσα δίνει την εικόνα μίας μικρής κόλασης: διάπυρα κόκκινος με τα οιδήματα να κοχλάζουν έτοιμα να σκάσουν (μόνο οι βελζεβούληδες με τις τρίαινες λείπουν). Το κεφάλι μου είναι σαν να έχει πέσει πάνω μία τεράστια πέτρα που δεν λέει να φύγει από κει πάνω παρόλο που το'χει ξετσιλακώσει καλά καλά. Η μύτη μου τσουρουφλίζει από το Otrivin όταν έχω την τύχη να είναι ανοικτή ενώ κλείνει βαριά την καταπακτή σε σημείο ασφυξίας όταν είναι βουλωμένη. Και ο πυρετός να μην πέφτει. Και το ρίγος να επιμένει. Και να θέλω τόσο να γίνω καλά για να βγω, και να χορέψω και να πάω γυμναστήριο, να κινηθώ και να νιώσω ξανά το σώμα μου δυνατό και ζωντανό.

Σαν την υγεία δεν είν'άλλο. Περαστικά στους συνάρρωστους.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 17, 2009

Keira Knightley is... the Duchess

Επέλεξα να δω αυτήν την ταινία χωρίς πολλή σκέψη, με κάποιες αμφιβολίες για το κατά πόσο θα μου άρεσε. Τελικά βγήκα από την αίθουσα αρκετά ευχαριστημένη και σίγουρα δεν μετάνιωσα για την επιλογή μου.

Η ταινία δεν θα ήταν τίποτα άλλο από μία πομπώδης παρέλαση από κουστούμια και (κυρίως) περούκες, χωρίς τη ζωντανή και νευρώδη ερμηνεία της Κίρα Νάιτλι. Για παράδειγμα, για να καταλάβουμε το πέρασμα από την ενθουσιώδη πλην ανυποψίαστη έφηβη που μπαίνει στα ανάκτορα (πώς το λένε αυτό; έπαυλη; παλάτι; αυλή ένα στρέμμα με σπίτι γύρω γύρω;) στην πιο "ψημένη" δούκισσα λίγα χρόνια μετά αρκεί το παίξιμό της (ο σκηνοθέτης θεωρεί ότι περιττεύει να μας δώσει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία). Παίρνει επίσης επάξια το μετάλλιο άρσης βαρών με δυσμενή γεωμετρική κατανομή γιατί καταφέρνει να περιφέρει σχεδόν χωρίς να φαίνεται ότι πονάει περούκες ιλιγγιώδους ύψους και φαντάζομαι διόλου ευκαταφρόνητου βάρους (μόνο τη λακ που θα πρέπει να έχει πάνω ανά κυβικό εκατοστό περούκας να υπολογίσεις ένα πεντάκιλο βγαίνει σίγουρα).

Ο Ραλφ Φάινς... ο Ραλφ Φάινς, τι να πούμε για αυτόν τώρα. Προσπαθούσα σε όλη την ταινία να αποφασίσω εάν μου άρεσε το παίξιμό του ή όχι. Υποτίθεται ότι είναι ένας σκληρός, αδίστακτος, άκαρδος άνθρωπος (μάλλον δούκας, το άνθρωπος φαίνεται σχεδόν σαν ευφημισμός για αυτόν), συναισθηματικά χωλός. Μέσα από το παίξιμο του Φάινς βλέπουμε ένα ανδροειδές, εγγενώς πλασμένο χωρίς συναισθήματα αλλά εντελώς μηχανικό (η αφύσικη εσωτερική κενότητα του χαρακτήρα αποδίδεται από τον Φάινς ως ρομποτική συμπεριφορά), βλέπουμε έναν άνδρα χωλό όχι μόνο στο συναίσθημα αλλά και στο περπάτημα (λίγο προς το Φρανκενστάιν το πάει), έναν άνδρα που μοιάζει όχι μόνο συναισθηματικά αλλά και διανοητικά ψιλοκαθυστερημένος (πραγματικά ορισμένες στιγμές αγγίζει τα όρια του αυτισμού), βλέπουμε όμως καθαρά και πόσο "ψόφιος", από όλες τις απόψεις, είναι σε σχέση με τη γυναίκα του. Και για κάποιο ανεξήγητο λόγο μου θύμιζε πάρα πολύ τον Σημίτη (!). Από όλα τα στοιχεία που φέρνει στην ερμηνεία του ο Φάινς, που φαίνεται τελευταία να έλκει τους ρόλους "κακών" όπως το μέλι τις μύγες (ήταν άλλωστε ο ίδιος ο Βόλντεμορντ στο Χάρυ Πότερ!), το καλύτερο και αναμφισβήτητα πειστικό ήταν τα μάτια του και ιδίως το χρώμα των ματιών του, ίδιο με το χρώμα που παίρνει η "ανακατεμένη" θάλασσα όταν έχει κακοκαιρία (κανονικά τα ανοιχτόχρωμα μάτια παίρνουν τέτοιο χρώμα μόνο κόντρα στη θάλασσα), αδυσώπητο και αδίστακτο σαν κι αυτήν, έτοιμο να επιφέρει πόνο και να τσακίσει ό,τι είναι υγιές και όμορφο χωρίς να έχει ιδέα τι πάει να πει ενδοιασμός (μα πώς τα λέω πάλι). Που λέτε, δεν μπορούσα να καταλάβω καν τι σόι ερμηνεία προσπαθούσε να δώσει ο Φάινς για να του βγει τόσο αψυχολόγητη που του την ξελάσπωσε των ματιών του το γαλανό, μέχρι που διάβασα σήμερα σε μία κριτική της ταινίας ότι η δούκισσα παρουσιάζεται ως βίος παράλληλος προς αυτόν της πριγκίπισσας Νταϊάνα. Αυτός λοιπόν ήταν ο στόχος του φίλτατου Ραλφ! Ο Κάρολος! Έτσι ναι, το καταλαβαίνω, το παίξιμό του είναι εντελώς "Κάρολος", χωρίς την εκτρωματική ασχήμια (γι' αυτό δυσκολεύτηκα να το διακρίνω).

Η απόλυτη ανδρική ερμηνεία όμως στην ταινία ανήκει στον Ντόμινικ Κούπερ, που με το σμιλεμένο του κορμί (το κορμί είναι όλη η ερμηνεία) μαθαίνει στην Κίρα Νάιτλι τις χαρές του έρωτα που της στερούσαν οι στεγνές, διεκπεραιωτικές, ξύλινες συνευρέσεις με τον δούκα. Ψάχνω σήμερα να βρω καμιά φωτογραφία να σας δείξω και διαπιστώνω ότι τον νεαρό αυτόν τον έχουμε ξαναδεί στο Mamma Mia (ως "γαμπρό" της Μέριλ Στριπ), και μου κάνει εντύπωση ότι ο εικοσάχρονος πιτσιρικάς του μιούζικαλ είναι ο (για τριαντάρη τον κόβεις) πολιτευόμενος Charles Gray της δούκισσας (που μας άφησε να θαυμάζουμε το "Gray's anatomy", όπως λέγαμε χαριτολογώντας με τις φίλες μου).

Γενικά σας προτείνω να δείτε την ταινία αν σας είναι συμπαθή τα έργα εποχής, αν σας αρέσει η Κίρα Νάιτλι, αν γουστάρετε να βλέπετε κερατώματα και μούλικα (πωπω, σαν νταλικέρης έχω αρχίσει να εκφράζομαι, πρέπει να συμμαζευτώ λίγο), περούκες επί κεφαλής της προ πολλών ετών καλής κοινωνίας και ανάκτορα/παλάτια/επαύλεις/αυλές ένα στρέμμα με σπίτι γύρω γύρω.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2009

Dancing with tears in my eyes (απ' τα γέλια)

Η προπερασμένη Παρασκευή με βρήκε, όπως κάθε δεύτερη Παρασκευή, στην τάγκο-λάτιν βραδιά της σχολής χορού όπου πηγαίνω. Την προηγούμενη μέρα είχα επανεμφανιστεί στο γυμναστήριο μετά από 3μηνη σχεδόν απουσία (το είχα υπολογίσει καλά, λέω θα πάω Πέμπτη που ως την άλλη βδομάδα να έχω ξεπιαστεί). Σε ό,τι αφορά το εξοντωτικό αεροβικό πρόγραμμα που εκτελώ και με εκτελεί δις εβδομαδιαίως στο γυμναστήριο καλά το είχα σκεφτεί. Αυτό που δεν είχα υπολογίσει ήταν ότι η "εκτέλεση" θα με άφηνε τόσο πιασμένη που δεν θα μπορούσα καλά καλά να περπατήσω την άλλη μέρα, και που πιθανότατα θα με δυσκόλευε πολύ ακόμη και τάγκο να χορέψω. Πηγαίνω παρόλα αυτά στο χορό, φροντίζοντας να ενημερώσω όλους τους καβαλιέρους που με χόρευαν πόσο πιασμένη ήμουν αλλά και να παρηγοριέμαι αμέσως μετά λέγοντας ότι μόλις δυναμώσω "δεν θα πιάνομαι" κυριολεκτικά και μεταφορικά (μα τι πνεύμα!)

Μέχρι που καταφθάνει ο φίλτατος συγχορευτής που ήταν ο πρώτος που μου έδειξε τάνγκο (έστω και με απλό περπάτημα) όταν ακόμη έκανα μόνο λάτιν. "My first, my last, my always!", αναφωνώ χαιρετώντας τον την ίδια στιγμή που άρχιζε μία τρελή, γρήγορη σάλσα. Χωρίς να πούμε τίποτα άλλο αποφασίζουμε αυθόρμητα να ξεδιπλώσουμε το υπόλοιπο μέρος του χαιρετισμού μας πάνω στην πίστα, χορεύοντας με ρυθμούς παρανοϊκούς και οριακά επικίνδυνους, καθώς με αγωνία γραπώναμε ο ένας το χέρι του άλλου για να τη βγάλουμε καθαρή από τις ιλιγγιώδεις στροφές χωρίς να μας "πετάξουν έξω" (σιγά βρε, χορευταρού, μία σάλσα χόρεψες δεν ανέβηκες και σε ρόλερ-κόστερ!). Μετά τον χορό αυτό χωρίσαμε ξεπνοημένοι για να ξεκουραστούμε και ίσως να χορέψουμε κάτι λιγότερο αερόβιο μέχρι να ξαναρχίσουν τα τάγκο.

Αργότερα πιάνουμε πάλι να χορέψουμε μαζί. Το τραγούδι είναι η τάνγκο εκτέλεση του Roxanne από το Moulin Rouge. Ξεκινάμε, στηνόμαστε σιγά σιγά χωρίς να κοιταζόμαστε ιδιαίτερα, μπαίνουμε στο κλίμα του κομματιού, λέγαμε από μέσα μας "τι ωραίο κομμάτι, θα μας βγει φανταστικός ο χορός αυτός τώρα", παίρναμε το ύφος, αναπτύσσαμε κάτι από τη θεατρικότητα του τραγουδιού μέσα στο μυαλό μας, ο καθένας μόνος του, αλλά επικοινωνώντας το στον άλλον με τις κινήσεις μας, ώσπου εκεί που ο τραγουδιστής αναφωνεί με έναν κρωγμό απελπισίας..."Jealousy will drive you... MAAAAAAD!", γυρνάμε και κοιταζόμαστε κατάβαθα στα μάτια (όχι όπως γυρνάς και με την πρώτη βρίσκεις γενικά το πρόσωπο του άλλου και με τη δεύτερη κεντράρεις στα μάτια, μία ματιά μας βρήκε κατ' ευθείαν στο ψαχνό της κόρης)... και μέσα σε μία στιγμή όλη η ένταση, όλη η θεατρικότητα (ή ο θεατρινισμός) που είχαμε αναπτύξει μας κάνει να ξεσπάσουμε σε κάτι γέλια... Αδύνατον να σταματήσουμε.

Το γέλιο μας έπεφτε σαν ύβρις πάνω στην ιερή στιγμή του χορού σε ένα τόσο δυνατό κομμάτι, τα ζευγάρια γύρω μας χόρευαν (κρύβοντας μέσα τους το θυμό ή τον οίκτο που ένιωθαν για εμάς) αδυνατώντας να συλλάβουν πού είναι το αστείο, ο χορός μας ήταν μία σκέτη καταστροφή (πού να σου βγουν τα βήματα σε τέτοια κατάσταση), αλλά αποκτήσαμε νέο συκώτι και τουλάχιστον μία πενταετία ζωής επιπλέον με τόσο γέλιο να ευφραίνει τις καρδιές μας.

Περιττό να πω ότι δεν ξαναχορέψαμε μαζί εκείνο το βράδυ (ούτε την άλλη βδομάδα στο πράκτικα). Ίσως κάποια στιγμή το ξεπεράσουμε.

Ακόμη και αν δεν μπορείτε να ζήσετε το Roxanne όπως το έζησα εγώ (στην πλήρη πανωλεθρία και τον απόλυτο εξευτελισμό του δηλαδή), μην απελπίζεστε: απολαύστε το αντίστοιχο απόσπασμα του Moulin Rouge με το εκπληκτικό χορευτικό:

I woke up this moring baby... (Tous les blues sont ecrits pour toi)

Πρώτα βάλτε το βίντεο να παίζει (δυστυχώς δεν είναι βίντεο-κλιπ) για να ακούσετε το ανατριχιαστικά όμορφο (κατ' εμέ) τραγούδι, και μετά διαβάστε παρακάτω (σας γλιτώνει και χρόνο):



Είχε τύχει κάποτε να δω μία συνέντευξη της έφηβης, τότε, Celine Dion που κάποιο γαλλόφωνο κανάλι κατάφερε να ξεθάψει από τα αρχεία του. Η 13χρονη ή 14χρονη τότε Celine ρωτήθηκε τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει και απάντησε αμέσως χωρίς κανένα δισταγμό: "Θέλω να γίνω σταρ διεθνούς φήμης". Από ό,τι φαίνεται ήταν κάτι που είχε πολύ καλά στο μυαλό της, γιατί στα σαράντα της πλέον έχει καταφέρει και με το παραπάνω να πετύχει το στόχο της. Όταν αντίστοιχες "φωνάρες" που ακροβατούν με άνεση στις υψηλότερες κλίμακες του πενταγράμμου είτε έχουν ξοφλήσει, όπως η καημένη η Whitney Houston, που έπαθε και ανορεξία (άσχετο), είτε ψάχνουν με απόγνωση το επόμενο χιτάκι που θα τις ανεβάσει στα τσαρτς παλιμπαιδίζοντας με ακαλαίσθητο, ενοχλητικό σχεδόν ακκισμό στα βίντεο κλιπ τους όπως η Μαράια Κάρεϋ (που μοιάζει πια με υπερτροφικό κακέκτυπο της Μπάρμπι), η Σελίν κατοικοεδρεύει στον θρόνο της στον πλανήτη Λας Βέγκας, όπου τα κονομάει χοντρά φαντάζομαι με τα σόου της πουλώντας το γεγονός ότι είναι πράγματι μία "σταρ διεθνούς φήμης". Ίσως έτσι είναι καλύτερα για αυτήν. Για ορισμένους από εμάς όμως θα ήταν ίσως καλύτερα αν στο μυαλό της είχε να γίνει "η καλύτερη τραγουδίστρια της γαλλόφωνης μουσικής" ή κάτι τέτοιο (τώρα, έχοντας πλέον αποποιηθεί καλλιτεχνικά τη μητρική της γλώσσα, κάθε φορά που εμφανίζεται σε γαλλόφωνο κανάλι μιλάει με έντονη, επιτηδευμένη προφορά, προσπαθώντας να τονίσει μία καταγωγή που έχει προ πολλού απαρνηθεί). Γιατί τότε ίσως να μας είχε χαρίσει περισσότερα τραγούδια όπως το παραπάνω. Δυστυχώς, όταν θες να αποκτήσεις διεθνή φήμη πρέπει να προσφέρεις κάτι που θα το αγοράσουν όλοι, και αυτό δεν μπορεί να είναι μία βελούδινη βραδινή τουαλέτα πχ ένα πραγματικό έργο τέχνης, πρέπει να είναι ένα Τ-shirt (οκ, κάποια τραγούδια της δεν είναι ντιπ "μακώ" αλλά σε κάθε περίπτωση έχουν γραφτεί για να είναι εμπορικά). Ελπίζω να καταφέρω στο μέλλον να ανακαλύψω και άλλες "βελούδινες" στιγμές που εκ παραδρομής είπε (της ξέφυγαν δηλαδή) η Σελίν στην πορεία της προς τη διεθνή φήμη.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 26, 2009

I don't wanna work today-Laurent Wolf

Tο τραγούδι αυτό, το οποίο διαφορετικά δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω από μία μπιτάτη (ή μήπως γράφεται μπητάτη;) επιτυχία, ακροβατεί απροσδόκητα μεταξύ δύο διαμετρικά αντίθετων εικόνων. Αυτήν του καλοκαιρινού σκηνικού ενός χαϊλίδικου beach bar (ας μην το γράψω με ελληνικά γράμματα αυτό, θα με φάει η ορθογραφία πάλι) όπως αυτών όπου δέσποζε ξεσηκώνοντας τα ηλιοκαμμένα πλήθη το καλοκαίρι που πέρασε, και αυτήν του κόσμου που περιγράφει: του ασφυκτικά πιεστικού εργασιακού χώρου που φέρνει τον εργαζόμενο στα όρια της αγανάκτησης (βλέπε καταστροφή υπολογιστών και βανδαλισμός γραφείων στο βίντεο). Ακόμη πιο αναπάντεχα, βρίσκω να με εκφράζουν τις μέρες αυτές και οι δύο εικόνες, όσο το βάρος του φόρτου εργασίας πέφτει πιο ασφυκτικά στους ώμους μου.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2009

Σάπια κρέατα και σάπια όνειρα

Έλεγα ότι καιρός ήταν να γράψω ξανά κάτι στο blog, δεν περίμενα όμως ότι η αφορμή που θα μου δινόταν θα ήταν τέτοια. Τι το'θελα να ξανακοιμηθώ το πρωί; Δεν σηκωνόμουν καλύτερα απ' τα χαράματα; Λοιπόν είδα τα εξής:

Μπαίνω σε ένα μαγαζί να κοιτάξω για παπούτσια κάπου στο Πανελλήνιο (το μαγαζί αυτό δεν υπάρχει στην πραγματικότητα) αλλά δεν βρίσκω τίποτα και ετοιμάζομαι να φύγω. Βγαίνοντας έξω με περιμένει μία δυνατή βροχή που όλο δυναμώνει περισσότερο. Και όχι τίποτα άλλο, φοράω τα παπούτσια του χορού (χωρίς κάλτσα) και θα γίνω χάλια. Μπαίνω ξανά στο μαγαζί να πάρω την ομπρέλα μου που ξέχασα. Λίγο μετά την είσοδο έχουν κομμάτια από το σκελετό ενός παλιού αυτοκινήτου (πολύ παλιού, όπως ήταν τα πρώτα αυτοκίνητα) και μία άλλη ομπρέλα, ίδια με μία δική μου που και μικρή είναι και έχει σπάσει νομίζω, και πολύ σκονισμένη. Προχωρώ πιο μέσα να κοιτάξω για την ομπρέλα μου. Ξαφνικά το μαγαζί κλείνει. Οι πόρτες πέφτουν κατακόρυφα προς τα κάτω και προσπαθώ να βρω την έξοδο. Βλέπω μία άσπρη πόρτα με χοντρό τζάμι στο πάνω μισό της, μέσα είναι κάποιος. Δεν είμαι σίγουρη πως είναι η έξοδος αλλά λέω ας μπω εδώ. Ο υπάλληλος με επιβεβαιώνει ότι πρέπει να πάω προς την πόρτα που μου δείχνει. Ανοίγω την πόρτα αυτή και βρίσκομαι σε έναν χώρο σαν νοσοκομείο. Περπατώ -ή μήπως όχι- στον φαρδύ διάδρομο της αίθουσας. Στους τοίχους ένα μακάβριο γυαλιστερό πράσινο που ίσως μόνο σε παλιά νοσοκομεία να μπορείς να βρεις (αν και γενικά τα δωμάτια "χάσκουν", τα χωρίζουν μόνο μεταξύ τους μεσοτοιχίες, προς το διάδρομο είναι σχεδόν ανοικτά). Βλέπω γύρω μου να κείτονται πάνω σε κρεβάτια με λευκά σεντόνια κάτι...θα ήθελα να πω σώματα αλλά μάλλον πρέπει να πω κρέατα. Είναι όλες τους γριές, άμορφες μάζες από σάρκα καλυμμένη με το λεπτό, μουχλιασμένο δέρμα που έχουν οι γέροι, σε σχήματα που πάνε να θυμίσουν σώμα. Κοιτάς και δεν ξέρεις αν βλέπεις ένα τεράστιο, παραμορφωμένο, αφύσικα επιμηκυσμένο κεφάλι χωρίς μάτια-μύτη στόμα ή έναν θώρακα χωρίς στήθος και θηλές. Δεν είσαι σίγουρος αν αναπνέουν, μάλλον κοιμούνται, χωρίς όμως να απέχουν και πολύ από τον αιώνιο ύπνο, έχουν ξεχάσει μες στο λήθαργο αν πλησιάζουν στο μεταίχμιό του ή αν έχουν προ πολλού περάσει στην αντιπέρα όχθη.
Μπροστά μου υγρές κίτρινες πατημασίες από ένα υγρό που σύμφωνα με το πιο αισιόδοξο σενάριο θα πρέπει να είναι ούρα. Βρίσκομαι πεσμένη στο πάτωμα (ευτυχώς όχι πάνω στα ούρα), το σώμα μου είναι βαρύ, δυσκολεύομαι να σηκωθώ, και ξαφνικά δεν φοράω πια τα ρούχα μου αλλά πιτζάμες σε φθαρμένο, λευκασμένο ροζ και γαλάζιο. Λέω όχι, μπορώ να σηκωθώ, μπορώ να πάω ως την πόρτα. Ξέρω ότι οι δυνάμεις μου δεν είναι πολλές, αλλά η θέλησή μου είναι ισχυρή, θα φτάσω ως την πόρτα. Καθώς πλησιάζω να αγγίξω το πόμολο, το χέρι μιας γριάς από το παραδίπλα δωμάτιο γίνεται τιραμόλα-πλαστοζυμαράκι και με πιάνει από τον πήχη. "Δεν μπορείς να φύγεις", μου λέει. Προτού προλάβω να δραπετεύσω από το γράπωμά της και από το δωμάτιο... ξυπνάω.

Και τώρα λίγο "ξενέρωμα", ανάλυση (τι κατάφερα να συνδέσω με τι τεσπαν): η βροχή είναι καιρικό φαινόμενο της εποχής που διανύουμε (οκ, καλά το πας, το'χεις! -μα τι βλακείες γράφω, δεν μου λέτε κι εσείς τίποτα), το "σάπια κρέατα" είναι μία φράση που είπα πολλές φορές χθες, καθώς πήγα μετά από πολλές βδομάδες απουσίας ξανά στο γυμναστήριο και ένιωθα πραγματικά τη δύναμή μου να... μην υπάρχει, όπως όταν ήμουν πεσμένη στο πάτωμα στο νοσοκομείο. Η γυμνάστρια μου είπε ότι "με το δικό μου πείσμα" η ανάκαμψή μου θα ήταν πολύ πιο γρήγορη από ό,τι υπολόγιζα, ίσως αυτό μου έδινε τόσο ισχυρή αίσθηση θέλησης και αποφασιστικότητας να σηκωθώ και να φύγω... οκ η βροχή δεν είναι απλώς καιρικό φαινόμενο, στο όνειρο ήταν μάλλον προβλήματα. Προβλήματα που νιώθω απροετοίμαστη να αντιμετωπίσω (παρόλο που στο όνειρο μου είχε φανεί πως θα'χε πλάκα να περπατήσω στη βροχή, αρκεί να είχα τα κατάλληλα παπούτσια και ομπρέλα -άσε που θα χαλούσε και το μαλλί), γι' αυτό γύρισα πίσω, να μπω λίγο κάπου μέσα να προστατευτώ -να βρω και ομπρέλα αλλά όχι εκείνη την παλιά, δεν κάνει. Όμως το λίγο κάπου μέσα προτού το καταλάβεις γίνεται πολύ κάπου μέσα, και το μαγαζί κλείνει και προτού το καταλάβεις σε τραβάνε σάπια κρέατα από το χέρι και προσπαθείς απελπισμένα να τους ξεφύγεις.

It's time to escape girl, I think that's your cue.

Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2009

Blue ease

Ολημερίς και οληνυχτίς καμιά φορά, η δουλειά που έχω διαλέξει να κάνω με καταδικάζει την έρμη να κάθομαι μπρος στον υπολογιστή και να χρησιμοποιώ το γνωστό σε όλους μας word για να γράφω τις μεταφράσεις μου. Θα μοιραστώ μαζί σας ένα ωραίο κολπάκι που μας είχαν δείξει στο μάστερ στην Αγγλία και το οποίο προσφέρει μεγαλύτερη άνεση στα μάτια μπροστά στην οθόνη κάνοντας το φόντο μπλε και τα γράμματα λευκά (χωρίς να αλλάζει κάτι στις ιδιότητες του εγγράφου, είναι απλώς μία επιλογή προβολής). Πηγαίνετε "εργαλεία", "επιλογές", "γενικά", και επιλέγετε "μπλε φόντο, λευκό κείμενο".

Επίσης εξοικονομεί ενέργεια άρα είναι και οικολογικό (ανάλογο του blackle). Βασικά το θυμήθηκα και άρχισα να το χρησιμοποιώ μία μέρα που δούλευα με μπαταρία εκτός σπιτιού και ήθελα να κάνω οικονομία. Μετά το συνήθισα και τώρα νιώθω να με στραβώνει αφάνταστα η λευκή οθόνη στο word.

Τα κεφάλια μέσα...

Επιτέλους ήρθε η ώρα να συμμαζέψω λίγο τη διατροφή μου και να εντατικοποιήσω τη γυμναστική μου (καλός ο χορός δε λέω, αλλά τον κατατάσσω στην κατηγορία "κίνηση", όχι "γυμναστική") γιατί από πριν τα χριστούγεννα μέχρι τώρα αποδυόμουν σε έναν άτυπο αγώνα για τη μέγιστη δυνατή κατανάλωση χριστουγεννιάτικων και μη γλυκών, ο οποίος εντάθηκε από την επιθυμία μου να δοκιμάσω όλα ει δυνατόν τα γλυκά στα μέρη που επισκέφτηκα τις γιορτές. Το πώς το βάρος μου δεν έχει σημειώσει παρά ελάχιστη μεταβολή είναι ένα θαύμα (αν και θα πρέπει να έχει επέλθει μία κάποια αντικατάσταση του μυϊκού ιστού από λιπάκι, δεν γίνεται αλλιώς, κοινώς έγινα λίγο βιοχλαπάτσα).

Καταργώ λοιπόν από σήμερα τα γλυκά (ή τα περιορίζω μέχρι ελαχιστοποίησης τεσπαν) και ακολουθώ το παρακάτω πρόγραμμα γυμναστικής που προτείνω και σε εσάς (μόλις μπείτε στη σελίδα πατήστε στο γαλάζιο το τριγωνάκι του play για να δείτε το βιντεάκι):

http://www.self.com/fitness/workouts/2009/01/the-great-one-month-slim-down-slideshow?showall=true

Εγώ το μισο-έκανα χθες (παρέλειψα μία άσκηση και μερικές επαναλήψεις από άλλες), και ήδη πιάστηκα! Η ανάκαμψη άρχισε!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2009

Το κάστρο που ξυπνά τα παραμύθια

Ας αρχίσω να σας γράφω για τα μέρη που πήγα την πρωτοχρονιά ξεκινώντας από ένα φανταστικό κάστρο που κάπως από σπόντα επισκέφτηκα με τον φίλο μου στο ελβετικό χωριό Gruyeres (θέλει και ένα accent grave -κοινώς βαρεία- στο πρώτο e αλλά βαριέμαι να ψάχνω τη γαλλική γραμματοσειρά τώρα, sorry). Το χωριό αυτό έχει δώσει το όνομά του στο γνωστό τυρί γραβιέρα, και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που ήθελα να το επισκεφτώ (το γιατί η τυροκομία είναι λόγος ικανός να σε τραβήξει να επισκεφτείς ένα μέρος αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει, but it somehow made sense at the time -όπα το αγγλικό μου βγήκε πολύ αυθόρμητα, θα έχω πρόβλημα με τη μετάφραση και είμαι κρύα ακόμη από τις διακοπές).

Το τοπίο γύρω μαγευτικό, το κάστρο σε ύψωμα που σου χαρίζει πλήρη εποπτεία της κοιλάδας όπου είναι χτισμένο το χωριό, ενώ πανύψηλα και χιονισμένα βουνά στέκουν επιβλητικά παραπέρα, με το λευκό των κορφών τους να λαμπυρίζει στο καθαρό φως της ηλιόλουστης μέρας.



Ok, στη φωτό τα βουνά δεν είναι χιονισμένα, έχει τραβηχτεί καλοκαίρι, χιονισμένα είναι έτσι:



Αλλά ούτε τόσο χιονισμένα ήταν, φανταστείτε κάτι ενδιάμεσο.

Με το που μπήκα μέσα στο πρώτο δωμάτιο άρχισε να βγαίνει αυθόρμητα από μέσα μου το σενάριο της ζωής της δεσποσύνης του κάστρου, με πρωταγωνιστές εμένα και τον καλό μου. Εφαλτήριο της φαντασίας μου ήταν το διπλό γωνιακό περβάζι ενός παραθύρου που έβλεπε προς τα βουνά. "Α, τι ωραία, φαντάζομαι την εποχή εκείνη, να ήμουν εγώ μία δεσποσύνη και να καθόμουν εδώ πλάι στο παράθυρο και να κεντάω ενώ περιμένω να γυρίσεις από τη μάχη -από τις άφθονες που έζησε η πολεμικά περιπαθής ουδέτερη Ελβετία προφανώς-", λέω στον καλό μου. "Κι εγώ μόλις που επιστρέφω", μου απαντά αυτός. "Α, όχι μην γυρίσεις ακόμη, αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε τολμηρές περιπτύξεις (κέντημα το λέμε τώρα;) με τον εραστή μου πλάι στο τζάκι (ακριβώς δίπλα ήταν ένα τεράστιο τζάκι-δωμάτιο). "Ωραία, έτσι θα σας βάλω κατ' ευθείαν στη φωτιά να σας κάψω και τους δύο, δεν θα κουραστώ καθόλου".

Προχωράμε σε ένα δωμάτιο με πανοπλίες. "Να εδώ, είναι η γκαρνταρόμπα σου", του λέω. Και δείχνοντας μία πιο μεγάλη και φουσκωτή πανοπλία: "αυτή είναι από τότε που είχες παχύνει λίγο". Παραμέσα ένα δωμάτιο με μία ιδιότυπη σόμπα στη γωνία, χτισμένη γύρω γύρω με πλακάκια, και στο πλάι, από τη μεριά του τοίχου, μία σκάλα. "Να, όταν έχει πολύ κρύο ανεβαίνω από τη σκαλίτσα αυτή και κάθομαι πάνω στη σόμπα" (η φαντασία βλέπετε δίνει σαφείς λεπτομέρειες, δεν τα λέει έτσι, γενικά). Ακολουθεί το δωμάτιο όπου πίνω καφέ με τις φίλες μου ("εκεί που κάθεστε και κουτσομπολεύετε"), ένα δωμάτιο με σαλόνι και πιάνο ("Να, εδώ ακούμε μουσική δωματίου!"), μία αίθουσα με ένα τεράστιο τραπέζι, ατέλειωτο σε μήκος, με την καρέκλα της κεφαλής μεγαλύτερη από τις άλλες ("Εδώ κάνει τα συνέδρια ο μπαμπάς"), ένας πίνακας φτυστός το εξώφυλλο από τις μάγισσες της Σμύρνης ("Αυτή εδώ είναι μία θεία μου, κανείς δεν την χωνεύει απ' το σόι") ένας άλλος με ένα ροδομάγουλο αρχοντοθρεμμένο κοριτσάκι ("Εδώ μικρή με το πόνυ μου")... και πάει λέγοντας.

Βγαίνοντας από το κάστρο απαλύνω τους παροξυσμούς της φαντασίας μου με μία ελβετική σοκολάτα με ξηρούς καρπούς και μέλι (μιαμ μιαμ!) περπατώντας στον πλακόστρωτο δρόμο του εξίσου παραμυθένιου χωριού. (Τους μήνες που ο καιρός είναι πιο καλός είναι ανοικτό και το εργοστάσιο που φτιάχνει τις σοκολάτες αυτές, τις Cailler, ένας καλός λόγος να επισκεφτώ ξανά το χωριό).