Τρίτη, Μαρτίου 17, 2009

Prime

...ή στα ελληνικά "Εγώ, αυτός και η μητέρα του". Για κάποιο λόγο μου είχε μπει να δω την ταινία αυτή σε dvd, δεν ξέρω, φαντάστηκα ότι θα ήταν μία ευχάριστη αισθηματική κομεντί που θα μου χάριζε ένα ανέμελο και ξεκούραστο δίωρο, έπαιζε και η Ούμα Θέρμαν, έπαιζε και η Μέριλ Στριπ, ε, καλή δεν θα ήταν;
Αμ δε που ήταν. Η απόλυτη αποτυχία. Τίποτα στην ταινία δεν λειτουργεί αρμονικά. Κατ' αρχάς οι χαρακτήρες δρούσαν άλλα αντ'άλλων. Η Ούμα Θέρμαν υποτίθεται ότι έχει μόλις χωρίσει στην αρχή της ταινίας, κάτι που εξομολογείται στην ψυχολόγο της, αλλά με το που γνωρίζει τον 23χρονο (που είναι ο γιος της ψυχολόγου, αυτό είναι το κλου της ταινίας υποτίθεται) ούτε που της ξαναπερνά από το μυαλό ο πρώην σύζυγός της, με ένα παφ εξαλείφεται από τη μνήμη της. Υποτίθεται ότι είναι 37 χρονών (μακάρι να είμαστε κι εμείς έτσι στα 37, είναι μία κούκλα), αλλά δεν μας δίνει τίποτα παραπάνω από ακκισμούς και σκερτσάκια χαζοέφηβης (αν και ίσως κάπου με ευχαριστεί να βλέπω ότι αυτή η ιδιαίτερης ποιότητας γυναίκα δεν βρίσκει τη θέση της μέσα σε κάτι μέτριο -προς κακό, για να είμαι πολύ επιεικής- αποδεικνύοντας ότι είναι φτιαγμένη για κάτι πολύ διαφορετικό -πχ την πέτυχα τις προάλλες στην τηλεόραση στο Βατέλ, με τον Ντεπαρντιέ, έξοχη). Η Μέριλ Στριπ υποτίθεται ότι είναι ταυτόχρονα μία ψυχολόγος, από τη μία (που μία ευρύτητα πνεύματος περιμένεις να την έχει, τελοσπάντων), και από την άλλη είναι μία νοικοκυρά που κουβαλά πλήθος μικροαστικών αντιλήψεων της εβραϊκής κοινωνίας (με εμμονή να παντρευτεί ο γιος της εβραία και διάφορα τέτοια), κάτι που δεν κολλάει, αφού ούτε μία από τις καλύτερες ηθοποιούς του Χόλιγουντ δεν μπορεί να το αποδώσει πειστικά (ο χαρακτήρας για μένα έμεινε απογοητευτικά απροσδιόριστος και μπερδευτικά αντιφατικός).
Μετά, ο πιτσιρικάς... εδώ δεν φταίει μόνο ο σκηνοθέτης και η ταινία, φταίει και ο ηθοποιός. Ο νεαρός της ταινίας, αν ήταν χρώμα θα ήταν κομοδινί: αδιάφορος, μουντός, υποτίθεται πάει με όλα αλλά στην πραγματικότητα δεν πάει με τίποτα και χαλάει και το σύνολο αν κάπου το προσθέσεις. Η πάστα του δεν είναι ούτε για δευτέρας διαλογής ταινίες με ξελιγωμένους έφηβους που κυνηγάνε γκομενίτσες (ούτε την καλτ ποιότητα που θα ζητούσαν αυτού του είδους οι ταινίες είχε). Υποτίθεται ότι ο χαρακτήρας είναι ένας 23χρονος με πάθος για τη ζωγραφική, που όμως χαντακώνει ο ίδιος τα όνειρά του ανίκανος να αντιταχθεί στις συντηρητικές αντιλήψεις της παραδοσιακής εβραϊκής οικογένειάς του. Και υποτίθεται ότι ανήκει και στο είδος του έφηβου που θα αγνοήσει τις εικοσάχρονες συνομίληκές του και θα ερωτευτεί μία μεγαλύτερη γυναίκα, όχι πια τόσο φρέσκια, σημάδι πρόωρης και απρόσμενης (ιδίως για τα ανδρικά δεδομένα) ωριμότητας, που πραγματικά στην ταινία ούτε με κιάλια δεν το διακρίνουμε. Επίσης υποτίθεται ότι είναι έξυπνος και με χιούμορ, αλλά εμείς χασμουριόμαστε όποτε μιλάει. Γιατί δεν βρήκαν κάποιον άλλον δεν καταλαβαίνω. Σαν ποιον; Αν θέλανε το γκομενάκι που φυσάει και κάνει τα κοριτσάκια να αναστενάζουν, ας βάζανε τον Τζος Χάρνετ (έτσι δεν τον λένε, τον μορφονιό που έπαιζε στο 40 μέρες και 40 νύχτες, στο Περλ Χάρμπορ και διάφορα άλλα, εντυπωσιακά ωραίο παιδί). Αν θέλανε πάλι κάτι πιο "ψαγμένο" έπρεπε να βάλουν κάτι με την πάστα που είχαν οι νεαροί του "Κύκλου των χαμένων ποιητών", γεμάτοι νεανικά ιδανικά, εφηβική ορμή και ενέργεια, με τη σπίθα της οξυγονοκόλλησης που κολλά τον κρίκο ανάμεσα στον έφηβο και τον άνδρα (πώς τα λέω ώρες ώρες, μα πού τα βρίσκω). Δεν είναι δυνατόν στους χαμένους ποιητές να βρήκαν ένα τσούρμο ολόκληρο από τέτοιους νεαρούς και σε αυτήν την ταινία να μην τους βρέθηκε ούτε ένας! (Και ένας Τζον Κιούζακ θα πήγαινε πολύ τώρα που το σκέφτομαι, έπρεπε να κάνω εγώ το κάστινγκ της ταινίας, πάει και τελείωσε.)
Για να ολοκληρώσω τη νεκροψία της ταινίας αυτής να πω τέλος ότι εκτός από τους χαρακτήρες δεν δουλεύουν καθόλου και οι σχέσεις μεταξύ τους. Δεν μας πείθει τίποτα ότι η Θέρμαν και ο νεαρός είναι δίδυμες ψυχές με μοναδική σχέση μεταξύ τους, δεν καταλαβαίνουμε τι είδους σχέση έχει η Μέριλ Στριπ με την θεραπευόμενη (τη βλέπει απλώς επαγγελματικά; νοιάζεται για αυτήν; θέλει να τη σουβλίσει πριν το πάσχα όταν μαθαίνει ότι τα έχει με τον κανακάρη της; τι τελοσπάντων; Τώρα που το σκέφτομαι το κακό ήταν ότι η ταινία έδειχνε λίγο από όλα αυτά και πολύ από τίποτα, ενώ αν έδειχνε μία ακραία περίπτωση -πχ να έχει φρικάρει άσχημα που η άλλη είναι με το γιο της- θα μπορούσε να περισώσει το κωμικό στοιχείο, ή αν εστίαζε στο δίλημμα του ψυχολόγου θα μπορούσε να δώσει μία χροιά διαφορετικού προβληματισμού. Τα έβαλαν όμως όλα εκεί πέρα τουρλού τουρλού, με ανάλογα αποτελέσματα).

Εν κατακλείδι, μην δείτε την ταινία παρά μόνο για να ξεσηκώσετε ενδυματολογικές ιδέες από το ντύσιμο της Ούμα (το μόνο πράγμα στην ταινία που είναι πραγματικά άψογο) ή να διαπιστώσετε πόσο εύστοχη και ακριβής είναι η κριτική που μόλις διαβάσατε (πολύ θα με τιμούσε κάτι τέτοιο αλλά καλύτερα μην χάνετε το χρόνο σας, όταν το πετύχετε κάποια στιγμή στην τηλεόραση και δεν έχει κάτι καλύτερο στα άλλα κανάλια θα ρίξετε μια ματιά και θα με καταλάβετε). Αυτά.

Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2009

Ίωση

Τι είναι αυτό που μου έμελλε να πάθω Παναγία μου; Με ποια πληγή του Φαραώ μπορεί να συγκριθεί η σαρωτική, συντριπτική και δυσβάσταχτη ασθένεια που με βάρεσε; (Εδώ παρατηρούμε ότι η συγγραφεύς παρασύρεται από την πένα της. Στην πραγματικότητα η ασθένειά της δεν είναι τόσο... τρικυμιώδης όσο την περιγράφει αλλά αυτές τις λέξεις σκέφτηκε πρώτα, αυτές έγραψε. Τη συγχωρούμε όμως γιατί ο πυρετός τη βαράει αλύπητα και ιδιαιτέρως επίμονα τις τελευταίες μέρες. Πάμε λοιπόν από την αρχή:)
Τα κόκαλά μου περιβάλλει ένας παγωμένος, σφιχτοδεμένος μανδύας που τα κάνει να τουρτουρίζουν ως το μεδούλι. Στο στέρνο μου μία ξερή ξύλινη σανίδα γεμάτη ακίδες μου ξεσκίζει το λαιμό και τα πνευμόνια κάθε φορά που βήχω. Ο λαιμός μου αν κοιτάξω με το καθρεφτάκι μέσα δίνει την εικόνα μίας μικρής κόλασης: διάπυρα κόκκινος με τα οιδήματα να κοχλάζουν έτοιμα να σκάσουν (μόνο οι βελζεβούληδες με τις τρίαινες λείπουν). Το κεφάλι μου είναι σαν να έχει πέσει πάνω μία τεράστια πέτρα που δεν λέει να φύγει από κει πάνω παρόλο που το'χει ξετσιλακώσει καλά καλά. Η μύτη μου τσουρουφλίζει από το Otrivin όταν έχω την τύχη να είναι ανοικτή ενώ κλείνει βαριά την καταπακτή σε σημείο ασφυξίας όταν είναι βουλωμένη. Και ο πυρετός να μην πέφτει. Και το ρίγος να επιμένει. Και να θέλω τόσο να γίνω καλά για να βγω, και να χορέψω και να πάω γυμναστήριο, να κινηθώ και να νιώσω ξανά το σώμα μου δυνατό και ζωντανό.

Σαν την υγεία δεν είν'άλλο. Περαστικά στους συνάρρωστους.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 17, 2009

Keira Knightley is... the Duchess

Επέλεξα να δω αυτήν την ταινία χωρίς πολλή σκέψη, με κάποιες αμφιβολίες για το κατά πόσο θα μου άρεσε. Τελικά βγήκα από την αίθουσα αρκετά ευχαριστημένη και σίγουρα δεν μετάνιωσα για την επιλογή μου.

Η ταινία δεν θα ήταν τίποτα άλλο από μία πομπώδης παρέλαση από κουστούμια και (κυρίως) περούκες, χωρίς τη ζωντανή και νευρώδη ερμηνεία της Κίρα Νάιτλι. Για παράδειγμα, για να καταλάβουμε το πέρασμα από την ενθουσιώδη πλην ανυποψίαστη έφηβη που μπαίνει στα ανάκτορα (πώς το λένε αυτό; έπαυλη; παλάτι; αυλή ένα στρέμμα με σπίτι γύρω γύρω;) στην πιο "ψημένη" δούκισσα λίγα χρόνια μετά αρκεί το παίξιμό της (ο σκηνοθέτης θεωρεί ότι περιττεύει να μας δώσει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία). Παίρνει επίσης επάξια το μετάλλιο άρσης βαρών με δυσμενή γεωμετρική κατανομή γιατί καταφέρνει να περιφέρει σχεδόν χωρίς να φαίνεται ότι πονάει περούκες ιλιγγιώδους ύψους και φαντάζομαι διόλου ευκαταφρόνητου βάρους (μόνο τη λακ που θα πρέπει να έχει πάνω ανά κυβικό εκατοστό περούκας να υπολογίσεις ένα πεντάκιλο βγαίνει σίγουρα).

Ο Ραλφ Φάινς... ο Ραλφ Φάινς, τι να πούμε για αυτόν τώρα. Προσπαθούσα σε όλη την ταινία να αποφασίσω εάν μου άρεσε το παίξιμό του ή όχι. Υποτίθεται ότι είναι ένας σκληρός, αδίστακτος, άκαρδος άνθρωπος (μάλλον δούκας, το άνθρωπος φαίνεται σχεδόν σαν ευφημισμός για αυτόν), συναισθηματικά χωλός. Μέσα από το παίξιμο του Φάινς βλέπουμε ένα ανδροειδές, εγγενώς πλασμένο χωρίς συναισθήματα αλλά εντελώς μηχανικό (η αφύσικη εσωτερική κενότητα του χαρακτήρα αποδίδεται από τον Φάινς ως ρομποτική συμπεριφορά), βλέπουμε έναν άνδρα χωλό όχι μόνο στο συναίσθημα αλλά και στο περπάτημα (λίγο προς το Φρανκενστάιν το πάει), έναν άνδρα που μοιάζει όχι μόνο συναισθηματικά αλλά και διανοητικά ψιλοκαθυστερημένος (πραγματικά ορισμένες στιγμές αγγίζει τα όρια του αυτισμού), βλέπουμε όμως καθαρά και πόσο "ψόφιος", από όλες τις απόψεις, είναι σε σχέση με τη γυναίκα του. Και για κάποιο ανεξήγητο λόγο μου θύμιζε πάρα πολύ τον Σημίτη (!). Από όλα τα στοιχεία που φέρνει στην ερμηνεία του ο Φάινς, που φαίνεται τελευταία να έλκει τους ρόλους "κακών" όπως το μέλι τις μύγες (ήταν άλλωστε ο ίδιος ο Βόλντεμορντ στο Χάρυ Πότερ!), το καλύτερο και αναμφισβήτητα πειστικό ήταν τα μάτια του και ιδίως το χρώμα των ματιών του, ίδιο με το χρώμα που παίρνει η "ανακατεμένη" θάλασσα όταν έχει κακοκαιρία (κανονικά τα ανοιχτόχρωμα μάτια παίρνουν τέτοιο χρώμα μόνο κόντρα στη θάλασσα), αδυσώπητο και αδίστακτο σαν κι αυτήν, έτοιμο να επιφέρει πόνο και να τσακίσει ό,τι είναι υγιές και όμορφο χωρίς να έχει ιδέα τι πάει να πει ενδοιασμός (μα πώς τα λέω πάλι). Που λέτε, δεν μπορούσα να καταλάβω καν τι σόι ερμηνεία προσπαθούσε να δώσει ο Φάινς για να του βγει τόσο αψυχολόγητη που του την ξελάσπωσε των ματιών του το γαλανό, μέχρι που διάβασα σήμερα σε μία κριτική της ταινίας ότι η δούκισσα παρουσιάζεται ως βίος παράλληλος προς αυτόν της πριγκίπισσας Νταϊάνα. Αυτός λοιπόν ήταν ο στόχος του φίλτατου Ραλφ! Ο Κάρολος! Έτσι ναι, το καταλαβαίνω, το παίξιμό του είναι εντελώς "Κάρολος", χωρίς την εκτρωματική ασχήμια (γι' αυτό δυσκολεύτηκα να το διακρίνω).

Η απόλυτη ανδρική ερμηνεία όμως στην ταινία ανήκει στον Ντόμινικ Κούπερ, που με το σμιλεμένο του κορμί (το κορμί είναι όλη η ερμηνεία) μαθαίνει στην Κίρα Νάιτλι τις χαρές του έρωτα που της στερούσαν οι στεγνές, διεκπεραιωτικές, ξύλινες συνευρέσεις με τον δούκα. Ψάχνω σήμερα να βρω καμιά φωτογραφία να σας δείξω και διαπιστώνω ότι τον νεαρό αυτόν τον έχουμε ξαναδεί στο Mamma Mia (ως "γαμπρό" της Μέριλ Στριπ), και μου κάνει εντύπωση ότι ο εικοσάχρονος πιτσιρικάς του μιούζικαλ είναι ο (για τριαντάρη τον κόβεις) πολιτευόμενος Charles Gray της δούκισσας (που μας άφησε να θαυμάζουμε το "Gray's anatomy", όπως λέγαμε χαριτολογώντας με τις φίλες μου).

Γενικά σας προτείνω να δείτε την ταινία αν σας είναι συμπαθή τα έργα εποχής, αν σας αρέσει η Κίρα Νάιτλι, αν γουστάρετε να βλέπετε κερατώματα και μούλικα (πωπω, σαν νταλικέρης έχω αρχίσει να εκφράζομαι, πρέπει να συμμαζευτώ λίγο), περούκες επί κεφαλής της προ πολλών ετών καλής κοινωνίας και ανάκτορα/παλάτια/επαύλεις/αυλές ένα στρέμμα με σπίτι γύρω γύρω.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2009

Dancing with tears in my eyes (απ' τα γέλια)

Η προπερασμένη Παρασκευή με βρήκε, όπως κάθε δεύτερη Παρασκευή, στην τάγκο-λάτιν βραδιά της σχολής χορού όπου πηγαίνω. Την προηγούμενη μέρα είχα επανεμφανιστεί στο γυμναστήριο μετά από 3μηνη σχεδόν απουσία (το είχα υπολογίσει καλά, λέω θα πάω Πέμπτη που ως την άλλη βδομάδα να έχω ξεπιαστεί). Σε ό,τι αφορά το εξοντωτικό αεροβικό πρόγραμμα που εκτελώ και με εκτελεί δις εβδομαδιαίως στο γυμναστήριο καλά το είχα σκεφτεί. Αυτό που δεν είχα υπολογίσει ήταν ότι η "εκτέλεση" θα με άφηνε τόσο πιασμένη που δεν θα μπορούσα καλά καλά να περπατήσω την άλλη μέρα, και που πιθανότατα θα με δυσκόλευε πολύ ακόμη και τάγκο να χορέψω. Πηγαίνω παρόλα αυτά στο χορό, φροντίζοντας να ενημερώσω όλους τους καβαλιέρους που με χόρευαν πόσο πιασμένη ήμουν αλλά και να παρηγοριέμαι αμέσως μετά λέγοντας ότι μόλις δυναμώσω "δεν θα πιάνομαι" κυριολεκτικά και μεταφορικά (μα τι πνεύμα!)

Μέχρι που καταφθάνει ο φίλτατος συγχορευτής που ήταν ο πρώτος που μου έδειξε τάνγκο (έστω και με απλό περπάτημα) όταν ακόμη έκανα μόνο λάτιν. "My first, my last, my always!", αναφωνώ χαιρετώντας τον την ίδια στιγμή που άρχιζε μία τρελή, γρήγορη σάλσα. Χωρίς να πούμε τίποτα άλλο αποφασίζουμε αυθόρμητα να ξεδιπλώσουμε το υπόλοιπο μέρος του χαιρετισμού μας πάνω στην πίστα, χορεύοντας με ρυθμούς παρανοϊκούς και οριακά επικίνδυνους, καθώς με αγωνία γραπώναμε ο ένας το χέρι του άλλου για να τη βγάλουμε καθαρή από τις ιλιγγιώδεις στροφές χωρίς να μας "πετάξουν έξω" (σιγά βρε, χορευταρού, μία σάλσα χόρεψες δεν ανέβηκες και σε ρόλερ-κόστερ!). Μετά τον χορό αυτό χωρίσαμε ξεπνοημένοι για να ξεκουραστούμε και ίσως να χορέψουμε κάτι λιγότερο αερόβιο μέχρι να ξαναρχίσουν τα τάγκο.

Αργότερα πιάνουμε πάλι να χορέψουμε μαζί. Το τραγούδι είναι η τάνγκο εκτέλεση του Roxanne από το Moulin Rouge. Ξεκινάμε, στηνόμαστε σιγά σιγά χωρίς να κοιταζόμαστε ιδιαίτερα, μπαίνουμε στο κλίμα του κομματιού, λέγαμε από μέσα μας "τι ωραίο κομμάτι, θα μας βγει φανταστικός ο χορός αυτός τώρα", παίρναμε το ύφος, αναπτύσσαμε κάτι από τη θεατρικότητα του τραγουδιού μέσα στο μυαλό μας, ο καθένας μόνος του, αλλά επικοινωνώντας το στον άλλον με τις κινήσεις μας, ώσπου εκεί που ο τραγουδιστής αναφωνεί με έναν κρωγμό απελπισίας..."Jealousy will drive you... MAAAAAAD!", γυρνάμε και κοιταζόμαστε κατάβαθα στα μάτια (όχι όπως γυρνάς και με την πρώτη βρίσκεις γενικά το πρόσωπο του άλλου και με τη δεύτερη κεντράρεις στα μάτια, μία ματιά μας βρήκε κατ' ευθείαν στο ψαχνό της κόρης)... και μέσα σε μία στιγμή όλη η ένταση, όλη η θεατρικότητα (ή ο θεατρινισμός) που είχαμε αναπτύξει μας κάνει να ξεσπάσουμε σε κάτι γέλια... Αδύνατον να σταματήσουμε.

Το γέλιο μας έπεφτε σαν ύβρις πάνω στην ιερή στιγμή του χορού σε ένα τόσο δυνατό κομμάτι, τα ζευγάρια γύρω μας χόρευαν (κρύβοντας μέσα τους το θυμό ή τον οίκτο που ένιωθαν για εμάς) αδυνατώντας να συλλάβουν πού είναι το αστείο, ο χορός μας ήταν μία σκέτη καταστροφή (πού να σου βγουν τα βήματα σε τέτοια κατάσταση), αλλά αποκτήσαμε νέο συκώτι και τουλάχιστον μία πενταετία ζωής επιπλέον με τόσο γέλιο να ευφραίνει τις καρδιές μας.

Περιττό να πω ότι δεν ξαναχορέψαμε μαζί εκείνο το βράδυ (ούτε την άλλη βδομάδα στο πράκτικα). Ίσως κάποια στιγμή το ξεπεράσουμε.

Ακόμη και αν δεν μπορείτε να ζήσετε το Roxanne όπως το έζησα εγώ (στην πλήρη πανωλεθρία και τον απόλυτο εξευτελισμό του δηλαδή), μην απελπίζεστε: απολαύστε το αντίστοιχο απόσπασμα του Moulin Rouge με το εκπληκτικό χορευτικό:

I woke up this moring baby... (Tous les blues sont ecrits pour toi)

Πρώτα βάλτε το βίντεο να παίζει (δυστυχώς δεν είναι βίντεο-κλιπ) για να ακούσετε το ανατριχιαστικά όμορφο (κατ' εμέ) τραγούδι, και μετά διαβάστε παρακάτω (σας γλιτώνει και χρόνο):



Είχε τύχει κάποτε να δω μία συνέντευξη της έφηβης, τότε, Celine Dion που κάποιο γαλλόφωνο κανάλι κατάφερε να ξεθάψει από τα αρχεία του. Η 13χρονη ή 14χρονη τότε Celine ρωτήθηκε τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει και απάντησε αμέσως χωρίς κανένα δισταγμό: "Θέλω να γίνω σταρ διεθνούς φήμης". Από ό,τι φαίνεται ήταν κάτι που είχε πολύ καλά στο μυαλό της, γιατί στα σαράντα της πλέον έχει καταφέρει και με το παραπάνω να πετύχει το στόχο της. Όταν αντίστοιχες "φωνάρες" που ακροβατούν με άνεση στις υψηλότερες κλίμακες του πενταγράμμου είτε έχουν ξοφλήσει, όπως η καημένη η Whitney Houston, που έπαθε και ανορεξία (άσχετο), είτε ψάχνουν με απόγνωση το επόμενο χιτάκι που θα τις ανεβάσει στα τσαρτς παλιμπαιδίζοντας με ακαλαίσθητο, ενοχλητικό σχεδόν ακκισμό στα βίντεο κλιπ τους όπως η Μαράια Κάρεϋ (που μοιάζει πια με υπερτροφικό κακέκτυπο της Μπάρμπι), η Σελίν κατοικοεδρεύει στον θρόνο της στον πλανήτη Λας Βέγκας, όπου τα κονομάει χοντρά φαντάζομαι με τα σόου της πουλώντας το γεγονός ότι είναι πράγματι μία "σταρ διεθνούς φήμης". Ίσως έτσι είναι καλύτερα για αυτήν. Για ορισμένους από εμάς όμως θα ήταν ίσως καλύτερα αν στο μυαλό της είχε να γίνει "η καλύτερη τραγουδίστρια της γαλλόφωνης μουσικής" ή κάτι τέτοιο (τώρα, έχοντας πλέον αποποιηθεί καλλιτεχνικά τη μητρική της γλώσσα, κάθε φορά που εμφανίζεται σε γαλλόφωνο κανάλι μιλάει με έντονη, επιτηδευμένη προφορά, προσπαθώντας να τονίσει μία καταγωγή που έχει προ πολλού απαρνηθεί). Γιατί τότε ίσως να μας είχε χαρίσει περισσότερα τραγούδια όπως το παραπάνω. Δυστυχώς, όταν θες να αποκτήσεις διεθνή φήμη πρέπει να προσφέρεις κάτι που θα το αγοράσουν όλοι, και αυτό δεν μπορεί να είναι μία βελούδινη βραδινή τουαλέτα πχ ένα πραγματικό έργο τέχνης, πρέπει να είναι ένα Τ-shirt (οκ, κάποια τραγούδια της δεν είναι ντιπ "μακώ" αλλά σε κάθε περίπτωση έχουν γραφτεί για να είναι εμπορικά). Ελπίζω να καταφέρω στο μέλλον να ανακαλύψω και άλλες "βελούδινες" στιγμές που εκ παραδρομής είπε (της ξέφυγαν δηλαδή) η Σελίν στην πορεία της προς τη διεθνή φήμη.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 26, 2009

I don't wanna work today-Laurent Wolf

Tο τραγούδι αυτό, το οποίο διαφορετικά δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω από μία μπιτάτη (ή μήπως γράφεται μπητάτη;) επιτυχία, ακροβατεί απροσδόκητα μεταξύ δύο διαμετρικά αντίθετων εικόνων. Αυτήν του καλοκαιρινού σκηνικού ενός χαϊλίδικου beach bar (ας μην το γράψω με ελληνικά γράμματα αυτό, θα με φάει η ορθογραφία πάλι) όπως αυτών όπου δέσποζε ξεσηκώνοντας τα ηλιοκαμμένα πλήθη το καλοκαίρι που πέρασε, και αυτήν του κόσμου που περιγράφει: του ασφυκτικά πιεστικού εργασιακού χώρου που φέρνει τον εργαζόμενο στα όρια της αγανάκτησης (βλέπε καταστροφή υπολογιστών και βανδαλισμός γραφείων στο βίντεο). Ακόμη πιο αναπάντεχα, βρίσκω να με εκφράζουν τις μέρες αυτές και οι δύο εικόνες, όσο το βάρος του φόρτου εργασίας πέφτει πιο ασφυκτικά στους ώμους μου.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2009

Σάπια κρέατα και σάπια όνειρα

Έλεγα ότι καιρός ήταν να γράψω ξανά κάτι στο blog, δεν περίμενα όμως ότι η αφορμή που θα μου δινόταν θα ήταν τέτοια. Τι το'θελα να ξανακοιμηθώ το πρωί; Δεν σηκωνόμουν καλύτερα απ' τα χαράματα; Λοιπόν είδα τα εξής:

Μπαίνω σε ένα μαγαζί να κοιτάξω για παπούτσια κάπου στο Πανελλήνιο (το μαγαζί αυτό δεν υπάρχει στην πραγματικότητα) αλλά δεν βρίσκω τίποτα και ετοιμάζομαι να φύγω. Βγαίνοντας έξω με περιμένει μία δυνατή βροχή που όλο δυναμώνει περισσότερο. Και όχι τίποτα άλλο, φοράω τα παπούτσια του χορού (χωρίς κάλτσα) και θα γίνω χάλια. Μπαίνω ξανά στο μαγαζί να πάρω την ομπρέλα μου που ξέχασα. Λίγο μετά την είσοδο έχουν κομμάτια από το σκελετό ενός παλιού αυτοκινήτου (πολύ παλιού, όπως ήταν τα πρώτα αυτοκίνητα) και μία άλλη ομπρέλα, ίδια με μία δική μου που και μικρή είναι και έχει σπάσει νομίζω, και πολύ σκονισμένη. Προχωρώ πιο μέσα να κοιτάξω για την ομπρέλα μου. Ξαφνικά το μαγαζί κλείνει. Οι πόρτες πέφτουν κατακόρυφα προς τα κάτω και προσπαθώ να βρω την έξοδο. Βλέπω μία άσπρη πόρτα με χοντρό τζάμι στο πάνω μισό της, μέσα είναι κάποιος. Δεν είμαι σίγουρη πως είναι η έξοδος αλλά λέω ας μπω εδώ. Ο υπάλληλος με επιβεβαιώνει ότι πρέπει να πάω προς την πόρτα που μου δείχνει. Ανοίγω την πόρτα αυτή και βρίσκομαι σε έναν χώρο σαν νοσοκομείο. Περπατώ -ή μήπως όχι- στον φαρδύ διάδρομο της αίθουσας. Στους τοίχους ένα μακάβριο γυαλιστερό πράσινο που ίσως μόνο σε παλιά νοσοκομεία να μπορείς να βρεις (αν και γενικά τα δωμάτια "χάσκουν", τα χωρίζουν μόνο μεταξύ τους μεσοτοιχίες, προς το διάδρομο είναι σχεδόν ανοικτά). Βλέπω γύρω μου να κείτονται πάνω σε κρεβάτια με λευκά σεντόνια κάτι...θα ήθελα να πω σώματα αλλά μάλλον πρέπει να πω κρέατα. Είναι όλες τους γριές, άμορφες μάζες από σάρκα καλυμμένη με το λεπτό, μουχλιασμένο δέρμα που έχουν οι γέροι, σε σχήματα που πάνε να θυμίσουν σώμα. Κοιτάς και δεν ξέρεις αν βλέπεις ένα τεράστιο, παραμορφωμένο, αφύσικα επιμηκυσμένο κεφάλι χωρίς μάτια-μύτη στόμα ή έναν θώρακα χωρίς στήθος και θηλές. Δεν είσαι σίγουρος αν αναπνέουν, μάλλον κοιμούνται, χωρίς όμως να απέχουν και πολύ από τον αιώνιο ύπνο, έχουν ξεχάσει μες στο λήθαργο αν πλησιάζουν στο μεταίχμιό του ή αν έχουν προ πολλού περάσει στην αντιπέρα όχθη.
Μπροστά μου υγρές κίτρινες πατημασίες από ένα υγρό που σύμφωνα με το πιο αισιόδοξο σενάριο θα πρέπει να είναι ούρα. Βρίσκομαι πεσμένη στο πάτωμα (ευτυχώς όχι πάνω στα ούρα), το σώμα μου είναι βαρύ, δυσκολεύομαι να σηκωθώ, και ξαφνικά δεν φοράω πια τα ρούχα μου αλλά πιτζάμες σε φθαρμένο, λευκασμένο ροζ και γαλάζιο. Λέω όχι, μπορώ να σηκωθώ, μπορώ να πάω ως την πόρτα. Ξέρω ότι οι δυνάμεις μου δεν είναι πολλές, αλλά η θέλησή μου είναι ισχυρή, θα φτάσω ως την πόρτα. Καθώς πλησιάζω να αγγίξω το πόμολο, το χέρι μιας γριάς από το παραδίπλα δωμάτιο γίνεται τιραμόλα-πλαστοζυμαράκι και με πιάνει από τον πήχη. "Δεν μπορείς να φύγεις", μου λέει. Προτού προλάβω να δραπετεύσω από το γράπωμά της και από το δωμάτιο... ξυπνάω.

Και τώρα λίγο "ξενέρωμα", ανάλυση (τι κατάφερα να συνδέσω με τι τεσπαν): η βροχή είναι καιρικό φαινόμενο της εποχής που διανύουμε (οκ, καλά το πας, το'χεις! -μα τι βλακείες γράφω, δεν μου λέτε κι εσείς τίποτα), το "σάπια κρέατα" είναι μία φράση που είπα πολλές φορές χθες, καθώς πήγα μετά από πολλές βδομάδες απουσίας ξανά στο γυμναστήριο και ένιωθα πραγματικά τη δύναμή μου να... μην υπάρχει, όπως όταν ήμουν πεσμένη στο πάτωμα στο νοσοκομείο. Η γυμνάστρια μου είπε ότι "με το δικό μου πείσμα" η ανάκαμψή μου θα ήταν πολύ πιο γρήγορη από ό,τι υπολόγιζα, ίσως αυτό μου έδινε τόσο ισχυρή αίσθηση θέλησης και αποφασιστικότητας να σηκωθώ και να φύγω... οκ η βροχή δεν είναι απλώς καιρικό φαινόμενο, στο όνειρο ήταν μάλλον προβλήματα. Προβλήματα που νιώθω απροετοίμαστη να αντιμετωπίσω (παρόλο που στο όνειρο μου είχε φανεί πως θα'χε πλάκα να περπατήσω στη βροχή, αρκεί να είχα τα κατάλληλα παπούτσια και ομπρέλα -άσε που θα χαλούσε και το μαλλί), γι' αυτό γύρισα πίσω, να μπω λίγο κάπου μέσα να προστατευτώ -να βρω και ομπρέλα αλλά όχι εκείνη την παλιά, δεν κάνει. Όμως το λίγο κάπου μέσα προτού το καταλάβεις γίνεται πολύ κάπου μέσα, και το μαγαζί κλείνει και προτού το καταλάβεις σε τραβάνε σάπια κρέατα από το χέρι και προσπαθείς απελπισμένα να τους ξεφύγεις.

It's time to escape girl, I think that's your cue.

Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2009

Blue ease

Ολημερίς και οληνυχτίς καμιά φορά, η δουλειά που έχω διαλέξει να κάνω με καταδικάζει την έρμη να κάθομαι μπρος στον υπολογιστή και να χρησιμοποιώ το γνωστό σε όλους μας word για να γράφω τις μεταφράσεις μου. Θα μοιραστώ μαζί σας ένα ωραίο κολπάκι που μας είχαν δείξει στο μάστερ στην Αγγλία και το οποίο προσφέρει μεγαλύτερη άνεση στα μάτια μπροστά στην οθόνη κάνοντας το φόντο μπλε και τα γράμματα λευκά (χωρίς να αλλάζει κάτι στις ιδιότητες του εγγράφου, είναι απλώς μία επιλογή προβολής). Πηγαίνετε "εργαλεία", "επιλογές", "γενικά", και επιλέγετε "μπλε φόντο, λευκό κείμενο".

Επίσης εξοικονομεί ενέργεια άρα είναι και οικολογικό (ανάλογο του blackle). Βασικά το θυμήθηκα και άρχισα να το χρησιμοποιώ μία μέρα που δούλευα με μπαταρία εκτός σπιτιού και ήθελα να κάνω οικονομία. Μετά το συνήθισα και τώρα νιώθω να με στραβώνει αφάνταστα η λευκή οθόνη στο word.

Τα κεφάλια μέσα...

Επιτέλους ήρθε η ώρα να συμμαζέψω λίγο τη διατροφή μου και να εντατικοποιήσω τη γυμναστική μου (καλός ο χορός δε λέω, αλλά τον κατατάσσω στην κατηγορία "κίνηση", όχι "γυμναστική") γιατί από πριν τα χριστούγεννα μέχρι τώρα αποδυόμουν σε έναν άτυπο αγώνα για τη μέγιστη δυνατή κατανάλωση χριστουγεννιάτικων και μη γλυκών, ο οποίος εντάθηκε από την επιθυμία μου να δοκιμάσω όλα ει δυνατόν τα γλυκά στα μέρη που επισκέφτηκα τις γιορτές. Το πώς το βάρος μου δεν έχει σημειώσει παρά ελάχιστη μεταβολή είναι ένα θαύμα (αν και θα πρέπει να έχει επέλθει μία κάποια αντικατάσταση του μυϊκού ιστού από λιπάκι, δεν γίνεται αλλιώς, κοινώς έγινα λίγο βιοχλαπάτσα).

Καταργώ λοιπόν από σήμερα τα γλυκά (ή τα περιορίζω μέχρι ελαχιστοποίησης τεσπαν) και ακολουθώ το παρακάτω πρόγραμμα γυμναστικής που προτείνω και σε εσάς (μόλις μπείτε στη σελίδα πατήστε στο γαλάζιο το τριγωνάκι του play για να δείτε το βιντεάκι):

http://www.self.com/fitness/workouts/2009/01/the-great-one-month-slim-down-slideshow?showall=true

Εγώ το μισο-έκανα χθες (παρέλειψα μία άσκηση και μερικές επαναλήψεις από άλλες), και ήδη πιάστηκα! Η ανάκαμψη άρχισε!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2009

Το κάστρο που ξυπνά τα παραμύθια

Ας αρχίσω να σας γράφω για τα μέρη που πήγα την πρωτοχρονιά ξεκινώντας από ένα φανταστικό κάστρο που κάπως από σπόντα επισκέφτηκα με τον φίλο μου στο ελβετικό χωριό Gruyeres (θέλει και ένα accent grave -κοινώς βαρεία- στο πρώτο e αλλά βαριέμαι να ψάχνω τη γαλλική γραμματοσειρά τώρα, sorry). Το χωριό αυτό έχει δώσει το όνομά του στο γνωστό τυρί γραβιέρα, και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που ήθελα να το επισκεφτώ (το γιατί η τυροκομία είναι λόγος ικανός να σε τραβήξει να επισκεφτείς ένα μέρος αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει, but it somehow made sense at the time -όπα το αγγλικό μου βγήκε πολύ αυθόρμητα, θα έχω πρόβλημα με τη μετάφραση και είμαι κρύα ακόμη από τις διακοπές).

Το τοπίο γύρω μαγευτικό, το κάστρο σε ύψωμα που σου χαρίζει πλήρη εποπτεία της κοιλάδας όπου είναι χτισμένο το χωριό, ενώ πανύψηλα και χιονισμένα βουνά στέκουν επιβλητικά παραπέρα, με το λευκό των κορφών τους να λαμπυρίζει στο καθαρό φως της ηλιόλουστης μέρας.



Ok, στη φωτό τα βουνά δεν είναι χιονισμένα, έχει τραβηχτεί καλοκαίρι, χιονισμένα είναι έτσι:



Αλλά ούτε τόσο χιονισμένα ήταν, φανταστείτε κάτι ενδιάμεσο.

Με το που μπήκα μέσα στο πρώτο δωμάτιο άρχισε να βγαίνει αυθόρμητα από μέσα μου το σενάριο της ζωής της δεσποσύνης του κάστρου, με πρωταγωνιστές εμένα και τον καλό μου. Εφαλτήριο της φαντασίας μου ήταν το διπλό γωνιακό περβάζι ενός παραθύρου που έβλεπε προς τα βουνά. "Α, τι ωραία, φαντάζομαι την εποχή εκείνη, να ήμουν εγώ μία δεσποσύνη και να καθόμουν εδώ πλάι στο παράθυρο και να κεντάω ενώ περιμένω να γυρίσεις από τη μάχη -από τις άφθονες που έζησε η πολεμικά περιπαθής ουδέτερη Ελβετία προφανώς-", λέω στον καλό μου. "Κι εγώ μόλις που επιστρέφω", μου απαντά αυτός. "Α, όχι μην γυρίσεις ακόμη, αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε τολμηρές περιπτύξεις (κέντημα το λέμε τώρα;) με τον εραστή μου πλάι στο τζάκι (ακριβώς δίπλα ήταν ένα τεράστιο τζάκι-δωμάτιο). "Ωραία, έτσι θα σας βάλω κατ' ευθείαν στη φωτιά να σας κάψω και τους δύο, δεν θα κουραστώ καθόλου".

Προχωράμε σε ένα δωμάτιο με πανοπλίες. "Να εδώ, είναι η γκαρνταρόμπα σου", του λέω. Και δείχνοντας μία πιο μεγάλη και φουσκωτή πανοπλία: "αυτή είναι από τότε που είχες παχύνει λίγο". Παραμέσα ένα δωμάτιο με μία ιδιότυπη σόμπα στη γωνία, χτισμένη γύρω γύρω με πλακάκια, και στο πλάι, από τη μεριά του τοίχου, μία σκάλα. "Να, όταν έχει πολύ κρύο ανεβαίνω από τη σκαλίτσα αυτή και κάθομαι πάνω στη σόμπα" (η φαντασία βλέπετε δίνει σαφείς λεπτομέρειες, δεν τα λέει έτσι, γενικά). Ακολουθεί το δωμάτιο όπου πίνω καφέ με τις φίλες μου ("εκεί που κάθεστε και κουτσομπολεύετε"), ένα δωμάτιο με σαλόνι και πιάνο ("Να, εδώ ακούμε μουσική δωματίου!"), μία αίθουσα με ένα τεράστιο τραπέζι, ατέλειωτο σε μήκος, με την καρέκλα της κεφαλής μεγαλύτερη από τις άλλες ("Εδώ κάνει τα συνέδρια ο μπαμπάς"), ένας πίνακας φτυστός το εξώφυλλο από τις μάγισσες της Σμύρνης ("Αυτή εδώ είναι μία θεία μου, κανείς δεν την χωνεύει απ' το σόι") ένας άλλος με ένα ροδομάγουλο αρχοντοθρεμμένο κοριτσάκι ("Εδώ μικρή με το πόνυ μου")... και πάει λέγοντας.

Βγαίνοντας από το κάστρο απαλύνω τους παροξυσμούς της φαντασίας μου με μία ελβετική σοκολάτα με ξηρούς καρπούς και μέλι (μιαμ μιαμ!) περπατώντας στον πλακόστρωτο δρόμο του εξίσου παραμυθένιου χωριού. (Τους μήνες που ο καιρός είναι πιο καλός είναι ανοικτό και το εργοστάσιο που φτιάχνει τις σοκολάτες αυτές, τις Cailler, ένας καλός λόγος να επισκεφτώ ξανά το χωριό).

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2008

Thank you.

Καλό μου υποσυνείδητο (εδώ κάνω την ανάγκη φιλοτιμία), ευχαριστώ που εισακούστηκα. Χθες βράδυ αντί για θρίλερ δευτέρας διαλογής είδα ένα ακόμη όνειρο γύρω από το γνωστό κεντρικό θέμα του "δεν προλαβαίνω" και "ετοιμάζομαι να πάω κάπου ή να κάνω κάτι αλλά τελικά το μόνο που κάνω είναι να αγχώνομαι και να ετοιμάζομαι (δεν πάω ποτέ)", που έχει πρωταγωνιστήσει σε πάμπολλα όνειρά μου εδώ και χρόνια.

Ετοιμάζομαι για το επικείμενο ταξίδι μου στη Βαρκελώνη μαζί με τη φίλη μου (κάτι που θα γίνει), ξαφνικά όμως στο όνειρο είναι να πάμε και στο Σίδνεϊ πρώτα (κάτι που δεν θα γίνει, δεν είναι και ακριβώς στο δρόμο μας η Αυστραλία). Η βαλίτσα μου είναι τεράστια και έχω ακόμη πολύ μέλλον για να την τελειώσω, η φίλη μου όμως και μία άλλη κοπέλα που είναι να έρθει μαζί μας έχουν τελειώσει με το πακετάρισμα. Βλέπουμε πως πρέπει να φύγουμε, γεμίζω κακήν κακώς και όπως όπως τη βαλίτσα, μπαίνουμε στο ταξί (γυναίκα ταξιτζού παρακαλώ, αλλά πώς να το πω, αυτή η γυναίκα δεν είναι για αυτή τη δουλειά, είναι αργή, πραγματικά η γιαγιά μου ακόμη και με τη μειωμένη της όραση θα πρέπει να πλέκει σεμεδάκια πιο γρήγορα από ό,τι οδηγεί αυτή -την αδικώ τη γιαγιά μου βέβαια λέγοντάς το αυτό, είναι αστραπιαία η ταχύτητά της στο βελονάκι, απλά είθισται η γιαγιά να χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της βραδύτητας, μεταξύ άλλων). Μας καθυστερεί λοιπόν η ταξιτζού, συν ότι θυμάμαι ότι δεν έχω πάρει τους δύο ταξιδιωτικούς οδηγούς που είχα και θέλω να περάσουμε και από το σπίτι και να τους πάρουμε. Μόνο που δεν προλαβαίνουμε γιατί έχει ήδη πάει 7 κι εμείς πετάμε 7:30.

Να ευχαριστήσω και πάλι το υποσυνείδητό μου για αυτό το τετριμμένο, αδιάφορο και πραγματικά ανάξιο λόγου όνειρο (και να το διαβάσατε δεν αξίζει καλά καλά το χρόνο σας, απλά για μένα είναι μεγάλη η αξία του μετά τα προηγούμενα). Φιού...(εκπνοή ανακούφισης)

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008

Θυμήθηκα!

Εκεί που έλεγα ότι είχα ξεχάσει τι άλλο ονειρεύτηκα χθες, μου 'ρχεται ξαφνικά τώρα το απόγευμα μία ακόμη μακάβρια εικόνα του χθεσινού μου ονείρου. Μία μεγάλη φωτογραφία στο εξώφυλλο ενός εντύπου σαν περιοδικό, που δείχνει ένα μικρό κοριτσάκι με φοβισμένο βλέμμα και όλα του τα δακτυλάκια κομμένα σχεδόν σύριζα. Κάτι σαν ιδιαίτερα φροντισμένο και πολυτελές ντοσιέ με τις δραστηριότητες ενός αδίστακτου ψυχοπαθούς (προφανώς) δολοφόνου. Και όλα στο όνειρο γκρίζα και σκοτεινά, πουθενά φως καθαρό, στην καλύτερη περίπτωση να βρεις ένα άρρωστο αχνοφέγγισμα σε γκριζοπράσινο ή υπόλευκο χρώμα. Τόσο σκοτάδι... τόσο αρρωστημένα όλα, τόσο μακάβρια, κι εγώ αναπόδραστα αιχμάλωτη των εικόνων αυτών μέσα στη νύχτα. Έλεγα προηγουμένως να ξαπλώσω λίγο για να είμαι πιο φρέσκια στο τραπέζι που με έχουν καλέσει το βράδυ αλλά το ξανασκέφτηκα...

In the still of the night

Καλό μου υποσυνείδητο γιατί μου τα κάνεις αυτά; Γιατί μου προβάλλεις θρίλερ μεταμεσονύχτιες ώρες, αφού ξέρεις ότι δεν τα αντέχω;

Βλέπω ότι ενώ είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι πλησιάζει από γύρω γύρω μία γριά μαυροφορεμένη, με μαντήλι και όλα τα σχετικά (το πρόσωπό της δεν φαίνεται), έρχεται στο πλάι του κρεβατιού και πλησιάζει το πρόσωπό της στο δικό μου. Και όπως θα γινόταν και στο πιο τετριμμένο θρίλερ, το πρόσωπό της γίνεται μία αραχνιασμένη και σεπόμενη νεκροκεφαλή, με αποτέλεσμα να τρομάζω απίστευτα (εδώ ταιριάζουν διάφορες εκφράσεις όπως κλάνω μέντες, βλέπω το χριστό φαντάρο και λοιπά γλαφυρά, αλλά τις βρίσκω άκομψες για το κείμενό μου, τις αναφέρω όμως για να πάρετε τη γενική ιδέα). Αναφωνώ λοιπόν εγώ: "Παναγία μου, ο θάνατος". Όμως το έλεγα κατά κάποιο τρόπο "από μέσα μου". Πολλές φορές στον ύπνο μου βρίσκομαι σε μία κατάσταση που είτε επειδή μισοκαταλαβαίνω ότι ονειρεύομαι είτε για άλλο λόγο, νιώθω ότι δεν μπορώ να φωνάξω "πραγματικά" Προσπαθώ να φωνάξω και το μόνο που βγαίνει από μέσα μου είναι βεβιασμένες ανάσες, σαν να έχει κλείσει ο λαιμός μου, σαν να μου έχει κοπεί η λαλιά. Η μεγάλη διαφορά στο χθεσινό όνειρο ήταν ότι μπόρεσα μετά από αρκετή ομολογουμένως προσπάθεια να βγάλω μία κραυγή. Ζωωδώς άναρθρη και απαίσια, αλλά σε κάθε περίπτωση κραυγή. Ήταν το μόνο θετικό στο όνειρό μου, το μόνο που με παρηγόρησε όταν ξύπνησα κατατρομαγμένη μέσα στη νύχτα. Σκέφτηκα τότε να κάτσω να γράψω όσα είχα δει αλλά ήθελα να ξανακοιμηθώ και τα 'χα κάνει και πάνω μου απ' το φόβο μου. Κακώς όμως γιατί έτσι ξέχασα τα υπόλοιπα μέρη του ονείρου, από τα οποία θυμάμαι μόνο κάποιες παιδικές φωτογραφίες να ζωντανεύουν και να παρακολουθώ μία συζήτηση δύο γυναικών που ήταν καθισμένες σε ένα σαλόνι μέσα από ένα τζάμι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 11, 2008

Ο σουρεαλισμός της σκέψης

Έρημο τοπίο, μια χωματένια ώχρα παντού γύρω. Ξερή, άνυδρη και στείρα, απλώνεται πέρα για πέρα ως τη γραμμή του ορίζοντα. Περπατώ ξυπόλυτη μέσα στα ερείπια, το χώμα είναι μαλακό και ζεστό αλλά δεν έχω πουθενά να πάω. Μόνο τρεις τέσσερις τοίχοι από ένα σπίτι ερειπωμένο είναι μπροστά μου. Σκέτοι τοίχοι με παράθυρα που χάσκουν, με αφήνουν εκτεθειμένη από παντού, δεν υπάρχει δωμάτιο, δεν υπάρχει "μέσα", είμαι απροστάτευτη. Αναγκάζομαι να περπατήσω, αφού δεν υπάρχει το "μέσα", άρα είμαι στο "έξω" και στο "έξω" δεν κάθεσαι, προχωράς. Όπου και να πάω βρίσκεται μπροστά μου το ερειπωμένο κατ'ευφημισμόν σπίτι. Μάλλον πως τα βήματά μου, χωρίς να το συνειδητοποιώ, δεν απομακρύνονται ποτέ από αυτό. Όπου και αν θελήσω να πάω βρίσκεται δίπλα μου να μου θυμίζει τι δεν έχω, να μου θυμίζει ότι είμαι έρημη και απροστάτευτη. Μάλλον τελικά κάνω κύκλους γύρω από αυτό, ίσως δεν περπατώ και πολύ, όπως νόμιζα. Το χώμα πετρώνει κάτω απ' τα πόδια μου ή τα πόδια μου πετρώνουν πάνω απ' το χώμα; Η καρδιά μου πετρώνει μέσα στην έρημο και λαχταρά την αποσύνθεση που θα την κάνει κι αυτήν ζεστή και χωμάτινη, κι ας ξέρει ότι μετά θα αρκεί λίγο να τριφτεί για να θρυμματιστεί και να γίνει σκόνη, ένα τίποτα, ένα με τα πάντα.

Κάτι μέσα κρυμμένο

Μία ήρεμη, ατάραχη επιφάνεια και από κάτω σαπίλα, ανασφάλεια, κυκεώνες συναισθημάτων ανεξιχνίαστων (δεν συνθέτουν ενιαία εικόνα αυτά, το ξέρω, αλλά αμελώ λίγο το ύφος της γραφής μου, αυτή τη στιγμή θέλω μόνο να γράψω αυτό ακριβώς που μου'ρχεται, όπως το νιώθω, συγνώμη που βγαίνει άτεχνο), ένα χαμένο κοριτσάκι που δεν μπορεί να βρει το δρόμο του μέσα από την αδικία, την εγκατάλειψη, την ερήμωση, τη μοναξιά. Κάτι μέσα μου, παρά τις ευτυχισμένες μέρες που ζω, εξακολουθεί να με ξυπνάει από έναν ταραγμένο ύπνο, να με απειλεί, να με καταδιώκει.

Εξωτερικά έχω μεγάλο... πώς να το πω... έλεγχο. Φαίνομαι ήρεμη, φέρομαι ευγενικά, δεν θέλω να δείξω ποτέ στον άλλον θυμό, αγανάκτηση, οργή, μικροπρέπεια, κατινιά, δεν θέλω να φαίνονται ρωγμές στο προσωπείο μου. Προσωπείο...; Μήπως με αδικώ; Μήπως δεν είναι υποκρισία ή έστω προϊόν προσπάθειας η συμπεριφορά μου και ο ευγενικός μου τρόπος έχει στην πραγματικότητα κάτι πάρει από ένα μέρος της ψυχής μου; Θέλω να πω, τελικά καταπιέζομαι για να φέρομαι όπως φέρομαι ή αυτή είμαι στ'αλήθεια; Θα μου πεις βέβαια όταν συγκρατείς συναισθήματα που έχεις μέσα σου σίγουρα δεν είναι αυθόρμητη και αυθεντική η συμπεριφορά σου.

Δεν ξέρω τι να κάνω. Αυτά που με ταράζουν μέσα μου δεν ξέρω πού βρίσκονται και από πού να τα ξεθάψω και αυτά που έχω μάθει να δείχνω εξωτερικά βλέπω ότι πια δεν με καλύπτουν.

Ό,τι έχω μέσα μου καταπιέσει κοντράρει άσχημα στο κέλυφός μου σαν ελατήριο υπερσυσπειρωμένο έτοιμο να τιναχτεί, αλλά δεν βρίσκω τρόπο να του ανοίξω για να φύγει χωρίς να με τραυματίσει και δεν ξέρω πια πώς να ελευθερωθώ.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 27, 2008

Rhythm (who is a dancer ως γνωστόν) knows when it's time

Όπως είδατε αν διαβάσατε 2-3 posts πιο κάτω, το τάνγκο δεν μπόρεσε να με βγάλει από την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν τις τελευταίες μέρες. Όχι μόνο δεν βοηθούσε αλλά ενέτεινε την απελπισία μου καθώς έβλεπα την κακή διάθεσή μου να μπαίνει ανάμεσα σε μένα και το χορό και να μη με αφήνει να επικοινωνήσω ουσιαστικά με τον καβαλιέρο. Χθες το βράδυ όμως πήραν τα ηνία τα λάτιν, που είχα να χορέψω από πέρυσι. Χοροί πολύ διαφορετικοί, γεμάτοι ρυθμό και ξέφρενη κίνηση, χοροί που δεν αφήνουν τη σκέψη να βουλιάξει στο βούρκο με τα σκατά (με το συμπάθιο, συγνώμη για το άκομψο της έκφρασης αλλά έτσι το σκέφτηκα, θέλω να εκφράζομαι με τρόπο αυθεντικό), γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει χρόνος για κάτι τέτοιο, πρέπει να κάνεις τη στροφή σου και να ξαναβρεθείς σωστά απέναντι στον καβαλιέρο, να θυμηθείς ποια φιγούρα προσπαθεί να σου κάνει (τουλάχιστον εγώ χθες που "ξέθαβα" τις φιγούρες μέσα από το χρονοντούλαπο την περισσότερη ώρα αυτό έκανα) μέσα σε ελάχιστο διάστημα, να μην πατήσεις και (κυρίως!) να μην πατηθείς -χθες όχι μόνο δέχθηκα το διατρητικό πάτημα πολλών τακουνιών αλλά ένα από αυτά μου έβγαλε (!) κιόλας το παπούτσι που φορούσα (εντάξει μπαλαρίνες ήταν, δεν ήταν και αθλητικά, και πάλι όμως, φοβερό σημάδι η τύπισσα, όποια κι αν ήταν). Πρέπει βέβαια να πω ότι η διάθεσή μου είχε ήδη φτιάξει καθώς μία φωνή που άκουσα απρόσμενα από το υπερπέραν (τελοσπάντων από πολύ μακριά) επανατοποθέτησε τις σκέψεις μου και κατεύνασε τους φόβους μου, έτσι ο χορός με βρήκε μέσα μου πολύ "ελαφρύτερη" και με πέταξε πολύ πιο μακριά. Ενώ επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι χθες βράδυ συνέβαινε κάτι το εξωπραγματικά σπάνιο για χορευτική βραδιά: οι καβαλιέροι ήταν πιο πολλοί από τις ντάμες !!! (συνήθως η αναλογία φέρνει τις γυναίκες συντριπτικά υπεράριθμες, και αν όχι συντριπτικά τουλάχιστον αναγκασμένες να χορεύουν οι πιο πολλές part time). Χθες μιλάμε (μ'αρέσει αυτό το "μιλάμε", παρεισφρέει ο προφορικός μου λόγος στο ύφος του γραπτού, αυτό είναι το ωραίο στο μπλογκ, υπάρχει ελευθερία) οι καβαλιέροι έψαχναν τις ντάμες και κοιτούσαν με το βλέμμα του κυνηγού που ψάχνει να θήραμα και κοιτάζει "περισκοπικά" γεμάτος ετοιμότητα και αποφασιστικότητα ξέροντας πως ό,τι βρει πρέπει να το "χτυπήσει" αμέσως, αλλιώς θα του φύγει. Έτσι, μια βραδιά που δεν σκόπευα καν να πάω για χορό, απλά έτυχε να είμαι στο σπίτι μίας χορομανούς φίλης μου μέχρι την ώρα που άρχιζε, που δεν είχα καν βάλει κατάλληλα παπούτσια (αν και τελικά οι μπαλαρίνες είναι πιο άνετες, με μόνο μειονέκτημα ότι μπορεί να σου τις βγάλει το τακούνι της αλληνής, συν ότι με το να είναι "φλατ" της προσφέρεις μεγαλύτερη επιφάνεια -τι επιστημονική σκέψη έκανα τώρα, είμαι γεννημένη επιστήμονας λοιπόν- για να σε εμβολίσει), ή τα ρούχα που θα ήθελα (θα προτιμούσα να πάω με φούστα και σίγουρα όχι με μακρυμάνικο) (ας μην προσθέσω ότι και τα μαλλιά μου ήταν χάλια, είχαν φριζάρει μετά το λούσιμο γιατί δεν είχα βάλει αφρό, δεν πρέπει τελικά να το παραλείπω)(άντε, κατέληξε κάπου κοπέλα μου, μας έχεις πήξει στις δευτερεύουσες προτάσεις!) πέρασα πολύ καλά, είδα κόσμο, ξαναθυμήθηκα τη σάλσα (ή μάλλον συνειδητοποίησα ότι δεν έχω κατά βάση ξεχάσει τη σάλσα) και τους υπόλοιπους χαρούμενους και χαριτωμένους χορούς (τι συνήχηση! χιχιχι!) και επανήλθα επιτέλους στην τροχιά της φυσιολογικής μου ψυχολογικής κατάστασης μέσα απ'τις απανωτές στροφές και φιγούρες.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 24, 2008

Στην Κατερίνα

Κατεβαίνοντας τις σκάλες φεύγοντας ένιωσα κάτι μέσα μου να διασπάται αργά και να διαχέεται γύρω μου. Μία εξάντληση, (κάπου αναρωτήθηκα αν θα έβγαζα όλες τις σκάλες, μήπως να έπαιρνα το ασανσέρ;), μία ανάσα που βγαίνει από πιο βαθιά, θα ήθελα τη στιγμή εκείνη να πέσω για ύπνο και από κούραση αλλά και από αυτή τη χαλάρωση... Σαν να λύνονταν από μέσα μου ένας ένας οι κόμποι που με κρατούσαν τόσο σφιγμένη, γι' αυτό και έχανα το σχήμα μου, χυνόμουν στο χώρο, αλλά τι ανακούφιση να νιώθεις την καρδιά σου απεγκλωβισμένη από το σιδερένιο κλουβί που τη φύλαγε, επιτέλους λίγο πιο καλά. Σαν εξορκισμός σχεδόν ένιωσα να λειτουργεί ως την ώρα που μπήκα στο αυτοκίνητο. Επιτέλους, λίγη γαλήνη, μέσα σε χίλια αναπάντητα γιατί μία ανάσα σταθερή και ένα βλέμμα ήρεμο πριν το ανίσχυρο μυαλό μου κάτσει να ασχοληθεί με το χάος της ψυχής μου. Επιτέλους ένα βήμα πίσω ώστε να φαίνεται καλύτερα η συνολική εικόνα μετά από τη μυωπική αγκύλωση με την οποία κολλούσα τη μύτη μου πάνω σε ό,τι με ενοχλούσε και το κοίταζα αλληθωρίζοντας μέχρι να πονέσουν τα μάτια μου. Επιτέλους, κάτι.

Where were you when I fell from grace...

Για να μπείτε στο κλίμα του post που ακολουθεί, δείτε το παρακάτω video clip (Depeche Mode- Suffer well), που είναι ακριβώς σαν ένα όνειρο και ταιριάζει απίστευτα με την παρούσα ψυχολογική μου κατάσταση. (Kαι στο τέλος αυτή εμφανίζεται και είναι σαν να μην έγινε τίποτα!)



Και μετά από την αρμόζουσα αυτή εισαγωγή, περνάω στην περιγραφή των ονείρων που είδα τα τελευταία βράδια:

1. Ο άνθρωπος που αγαπώ μου προκαλεί σωματικό πόνο πιέζοντας με το χέρι του πάνω στην ηβική μου σύμφυση.

2. Η απόλυτη ενσάρκωση του φόβου για μένα σε πολλαπλά αντίγραφα παντού μέσα στο χώρο, εξευγενισμένα, σχεδόν όμορφα, ψεύτικα, άτρωτα, με μια μουγκή μακαβριότητα απαντούν παντού γύρω μου αν καλοκοιτάξω παρόλο που δεν τα αντιλαμβάνομαι πολλές φορές με την πρώτη ματιά.

3. Είμαστε σε μία αίθουσα διδασκαλίας με ατομικά θρανία (ο θεός να την κάνει, είναι ένα στενάχωρο δωμάτιο, σκοτεινό, με μαύρους τοίχους, παγωμένους και μουχλιασμένους). Αυτός βγαίνει στον πίνακα να λύσει μία άσκηση (άσκηση λέει... τι αναλαμπή μου ΄ρθε όμως ε;) και την ίδια στιγμή ένας γέρος ασπρομάλλης που κάθεται μπροστά μου και έχει την ίδια απαίσια, εφιαλτικά βραχνή και διαπεραστικά "σπασμένη" φωνή με έναν θαμώνα του καφενείου που είχαμε πάει στην Τήνο, πιάνει το γόνατό μου, πάει να μου βάλει χέρι. Εγώ του πιάνω το χέρι και με ένα αργό αντιζύγισμα των δυνάμεών μας το κατεβάζω (τώρα εγώ ή αυτός εμένα;) ως το πάτωμα. Αυτός που ήταν στον πίνακα (υποτίθεται ο καλός μου) βγαίνει από την αίθουσα (νομίζω έχει δει τι έχει γίνει). Πάω κι εγώ να φύγω αλλά πρέπει πρώτα να μαζέψω τα πράγματά μου, τα οποία είναι πολλά και όλο μου πέφτουν, δεν μπορώ να τα κρατήσω όλα μαζί και να φύγω.
Αργότερα, έχοντας βγει έξω, βλέπω ένα μικρό σμήνος από μύγες, πολύ μικρές (ίσως επειδή μεταφράζω τη μύγα Drosophila, γνωστή σταρ των πειραμάτων γενετικής και αναπτυξιακής βιολογίας τώρα που το σκέφτομαι, εκτός αν υπάρχει κάποιος άλλο συμβολισμός) και παίρνω ένα κουτί για να τις βάλω μέσα, έστω λίγες από αυτές. Το κουτί έχει ήδη μέσα δυο-τρία τέτοια μυγάκια και μια-δυο μεγάλες μύγες. Το κλείνω με σχετικά λίγες μύγες μέσα, οι πιο πολλές διαφεύγουν, αλλά μου μένουν και μερικές. Το κουτί είναι παλιό και φθαρμένο, σκούρο ροζ (αν έχει σημασία).

Αυτά. (Αυτά δηλαδή ζω τη νύχτα μόνο).

Τάγκο και ψυχή

Μέσα στη μαύρη απελπισία που περιγράφω με γλαφυρό όσο και τρικυμιώδη τρόπο στο προηγούμενο post, πήγα σήμερα το απόγευμα στο πράκτικα του τάγκο (την πρακτική εξάσκηση όπου χορεύουν ελεύθερα μαθητές όλων τον επιπέδων, πολύ καλή ευκαιρία ιδιαίτερα για τους αρχάριους και δη για τις ντάμες να πάρουν μία γεύση από τη γλύκα του χορού που τους περιμένει όταν και αυτοί λίγο ανέβουν). Βδομάδα παρά βδομάδα γίνεται το μάθημα αυτό και το περιμένω πώς και πώς. Άλλη μία φορά που είχα πάει, αν και πολύ αρχάρια τότε, ήμουν ανάλαφρη σαν πούπουλο, δεκτική στην κίνηση και ενθουσιώδης με το χορό. Είχα τότε χορέψει, εντελώς ανυποψίαστη για το τι με περίμενε, με έναν πολύ προχωρημένο καβαλιέρο που με καθοδηγούσε τόσο όμορφα και που μου έβγαζε αβίαστα τόσο πολλές φιγούρες που με είχε μαγέψει. Η κίνησή του να μεταφέρεται στο σώμα μου με τον τρόπο που το ρεύμα ταξιδεύει ένα φύλλο που έπεσε μέσα στο νερό, μία καθοδήγηση άρρητη, μυστική, μία σχέση μέσα από το χορό τόσο τρυφερή όσο ένα ροδοπέταλο να χαϊδεύει το μάγουλό σου. Μία τέλεια στιγμή.

Μία τέλεια στιγμή... σε πολλά πράγματα είναι κάτι που μπορείς όμως να ζήσεις όταν η καρδιά σου είναι ήρεμη, όταν η ψυχή σου είναι ευχαριστημένη και ελεύθερη και ολόκληρη δικιά σου και ολόκληρη δοσμένη σε αυτό που κάνεις και αγαπάς. Η δική μου ψυχή ήταν ωστόσο σήμερα... αλλού δεμένη, με άλλα μάγια, σατανικά, που την είχαν πιάσει από το λαιμό και της κόβαν την ανάσα, με πόνο οξύ και διαπεραστικό να την κεντάει ως μέσα, με το σιδερένιο χέρι της απόγνωσης και της δυστυχίας να τη σφίγγει ανυπόφορα. Από την αρχή με τις ασκήσεις στον καθρέφτη δεν ήμουν συγκεντρωμένη. Τα πόδια μου ακολουθούσαν σε γενικές γραμμές τα βήματα αλλά μάλλον ασυναίσθητα και αυτόματα, χωρίς πραγματική όρεξη, πραγματική επικοινωνία με τη μουσική, πραγματική λαχτάρα για το χορό.

Ακόμη και καβαλιέροι που με είχαν ξαναχορέψει, και είχα μαζί τους άνεση και οικειότητα τόσο χορευτική όσο και προσωπική, με βρήκαν ατίθαση και "σκληρή" στην κίνηση, ανόρεχτη να ακολουθήσω, μαγκωμένη και ανίκανη να αφεθώ. Για αυτούς που δεν με είχαν ξαναχορέψει ούτε λόγος, η απόλυτη πανωλεθρία. Μόνο ο δάσκαλος κάπως με κουλάντρισε, με την πάντα ευχάριστη αίσθηση "σφουγγαράκι" που έχω μαζί του (μαλακός μεν αλλά τον αντιλαμβάνεσαι με σαφήνεια, κατευθύνει χωρίς να πιέζει, η απόλυτα "σωστή" ενέργεια πάνω στο χορό), αλλά το κακό με τους δασκάλους είναι ότι δεν θα σου κάνουν εύκολα κάτι που δεν σου έχουν μάθει, σε αντίθεση με τους προχωρημένους καβαλιέρους, έτσι χάνεις την έκπληξη του καινούριο που αν και σε ξενίζει μερικές φορές (και ναι, πολλές φορές δεν θα σου βγει), σε ενθουσιάζει για το πόσα σε περιμένουν ακόμη να μάθεις. Αλλά και αν δεν είχα χορέψει καλά με το δάσκαλο δεν θα με ένοιαζε τόσο (θα με απογοήτευε σίγουρα, αλλά θα το ξεπερνούσα). Αυτό που με χάλασε ήταν που δεν χόρεψα όπως ήθελα με τον σούπερ καβαλιέρο που περιέγραψα παραπάνω. Πριν ένα μήνα, πρωτόμαθη και άβγαλτη αφέθηκα ανυποψίαστη (για το πόσο καλός ήταν) στα χέρια του σαν κορίτσι στο πρώτο του ξύπνημα, άμαθο μα με την καρδιά καθαρή για να ανθήσει η ομορφιά του έρωτα. Σήμερα παρέδωσα στα χέρια του μία ψυχή "χαλασμένη", ένα σώμα σφιγμένο, απρόθυμο να αφεθεί, να εμπιστευτεί, γεμάτο φόβο και πληγές και πόνο, να "κλωτσάει" και να κοντράρει σε κάθε κίνηση, παρά τις βαθιές ανάσες μέσα απ'τις οποίες προσπαθούσα να μαζέψω όσα ήταν αρνητικά μέσα μου και να τα βγάλω, να τα διώξω προς τα έξω με την εκπνοή. Σαν μία γυναίκα κατεστραμμένη και αμετάκλητα δυστυχισμένη, που στρέφεται στα χέρια του έμπειρου και τρυφερού εραστή προσπαθώντας να νιώσει λίγο από τη μαγεία του έρωτά του, από τις πολύχρωμες κορδέλες που στριφογυρίζουν το χορό του, να γευτεί λίγο μέλι στην αιχμή του ξυραφιού που την κόβει και τη ματώνει. Και που δεν τα καταφέρνει. Που καταλαβαίνει ότι η χαρά και η ανέμελη ευχαρίστηση έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί για αυτήν, ότι το μόνο που την περιμένει στο εξής είναι ακόμη περισσότερος πόνος. Και που αν όχι για την ίδια αισθάνεται άσχημα για εκείνον, γιατί δεν μπορεί να του προσφέρει σάρκα και πνοή και δόσιμο όσο αξίζει η τέχνη του έρωτά του και το τρυφερό του άγγιγμα.

Ελπίζω μία μέρα ιδανικέ (κι εγώ η ανάξια) εραστή μου να μπορέσω να σου δοθώ απόλυτα και ολοκληρωτικά, και να χτιστεί μία τέλεια στιγμή μέσα απ'το σμίξιμό μας.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 21, 2008

Το λιμάνι και το πέλαγο

Είναι φορές που αφήνεις τη ζωή σου να προχωρήσει, ακολουθείς την πορεία της όπου σε πάει και εκεί που νομίζεις ότι όλα πάνε καλά και αρμενίζεις ανέμελα στα πέλαγά της, τσουπ, σε παίρνει μέσα μία ρουφήχτρα, μία δίνη πανίσχυρη, ακατανίκητη, κάτι που νιώθεις αδύναμος να παλέψεις και που μόνο σε πάει πιο κάτω, όλο και πιο κάτω, δεν σε αφήνει πια να πάρεις ανάσα, παγερή κι αλαφιασμένη με τη μανία της η θάλασσα ορμά να μπει από τα ρουθούνια κι απ'το στόμα σου θέλοντας να φτάσει ως τα πνευμόνια, και αν μπορεί ως την καρδιά σου για να στη πετρώσει. Κι η καρδιά σου σφίγγεται, σφίγγεται κι αλαφιάζει, τρέμει και αναριγεί, δεν μπορεί να καταλάβει πού έφταιξε, ήταν όλα τόσο ήρεμα, τόσο ομαλά, εκεί, πάνω στην επιφάνεια ήταν όλα τόσο αισιόδοξα, τόσο ευοίωνα, νόμιζε ότι την περίμεναν μόνο κυματάκια που με χαρούμενο τραμπαλισμό θα την οδηγούσαν σε πλούσια λιμάνια που θα την καλοδέχονταν σαν αγκαλιές ζεστές και μυρωμένες. Είχε ξεχαστεί. Και είχε περιπλανηθεί περισσότερο από όσο την έπαιρνε. Ίσως δεν κατάλαβε ότι είχε ξεσυρθεί τόσο μακριά. Ότι είχε αφήσει τον κίνδυνο να πλησιάσει τόσο. Το καράβι είχε μείνει αφρόντιστο καιρό, καθόλου δεν το πρόσεχε, μόνο το άφηνε να ταξιδεύει κατά τη βούληση του καπετάνιου, είχε δεν είχε τη δύναμη και την αντοχή να ακολουθήσει τα ταξιδιωτικά του σχέδια. Και να που τώρα έμενε ακυβέρνητο να περιπλανιέται σαν φάντασμα και να παλεύει κούφιο και μοναχό τις τρικυμίες, να λούζεται ανήμπορο τα κύματα ώσπου να το καταπιεί η θάλασσα.

Μέσα από τα γδαρμένα κατάρτια, μέσα από σκαρί σου, μέσα από την ψυχή σου πρέπει να βρεις κάτι να ζεστάνει το μέσα σου με την ελπίδα ότι "έχει στεριά κάπου εδώ κοντά". Εσύ που τόσο λαχτάρησες να ζήσεις το ταξίδι, παρακαλάς τώρα για λιμάνι.