Δευτέρα, Νοεμβρίου 24, 2008

Τάγκο και ψυχή

Μέσα στη μαύρη απελπισία που περιγράφω με γλαφυρό όσο και τρικυμιώδη τρόπο στο προηγούμενο post, πήγα σήμερα το απόγευμα στο πράκτικα του τάγκο (την πρακτική εξάσκηση όπου χορεύουν ελεύθερα μαθητές όλων τον επιπέδων, πολύ καλή ευκαιρία ιδιαίτερα για τους αρχάριους και δη για τις ντάμες να πάρουν μία γεύση από τη γλύκα του χορού που τους περιμένει όταν και αυτοί λίγο ανέβουν). Βδομάδα παρά βδομάδα γίνεται το μάθημα αυτό και το περιμένω πώς και πώς. Άλλη μία φορά που είχα πάει, αν και πολύ αρχάρια τότε, ήμουν ανάλαφρη σαν πούπουλο, δεκτική στην κίνηση και ενθουσιώδης με το χορό. Είχα τότε χορέψει, εντελώς ανυποψίαστη για το τι με περίμενε, με έναν πολύ προχωρημένο καβαλιέρο που με καθοδηγούσε τόσο όμορφα και που μου έβγαζε αβίαστα τόσο πολλές φιγούρες που με είχε μαγέψει. Η κίνησή του να μεταφέρεται στο σώμα μου με τον τρόπο που το ρεύμα ταξιδεύει ένα φύλλο που έπεσε μέσα στο νερό, μία καθοδήγηση άρρητη, μυστική, μία σχέση μέσα από το χορό τόσο τρυφερή όσο ένα ροδοπέταλο να χαϊδεύει το μάγουλό σου. Μία τέλεια στιγμή.

Μία τέλεια στιγμή... σε πολλά πράγματα είναι κάτι που μπορείς όμως να ζήσεις όταν η καρδιά σου είναι ήρεμη, όταν η ψυχή σου είναι ευχαριστημένη και ελεύθερη και ολόκληρη δικιά σου και ολόκληρη δοσμένη σε αυτό που κάνεις και αγαπάς. Η δική μου ψυχή ήταν ωστόσο σήμερα... αλλού δεμένη, με άλλα μάγια, σατανικά, που την είχαν πιάσει από το λαιμό και της κόβαν την ανάσα, με πόνο οξύ και διαπεραστικό να την κεντάει ως μέσα, με το σιδερένιο χέρι της απόγνωσης και της δυστυχίας να τη σφίγγει ανυπόφορα. Από την αρχή με τις ασκήσεις στον καθρέφτη δεν ήμουν συγκεντρωμένη. Τα πόδια μου ακολουθούσαν σε γενικές γραμμές τα βήματα αλλά μάλλον ασυναίσθητα και αυτόματα, χωρίς πραγματική όρεξη, πραγματική επικοινωνία με τη μουσική, πραγματική λαχτάρα για το χορό.

Ακόμη και καβαλιέροι που με είχαν ξαναχορέψει, και είχα μαζί τους άνεση και οικειότητα τόσο χορευτική όσο και προσωπική, με βρήκαν ατίθαση και "σκληρή" στην κίνηση, ανόρεχτη να ακολουθήσω, μαγκωμένη και ανίκανη να αφεθώ. Για αυτούς που δεν με είχαν ξαναχορέψει ούτε λόγος, η απόλυτη πανωλεθρία. Μόνο ο δάσκαλος κάπως με κουλάντρισε, με την πάντα ευχάριστη αίσθηση "σφουγγαράκι" που έχω μαζί του (μαλακός μεν αλλά τον αντιλαμβάνεσαι με σαφήνεια, κατευθύνει χωρίς να πιέζει, η απόλυτα "σωστή" ενέργεια πάνω στο χορό), αλλά το κακό με τους δασκάλους είναι ότι δεν θα σου κάνουν εύκολα κάτι που δεν σου έχουν μάθει, σε αντίθεση με τους προχωρημένους καβαλιέρους, έτσι χάνεις την έκπληξη του καινούριο που αν και σε ξενίζει μερικές φορές (και ναι, πολλές φορές δεν θα σου βγει), σε ενθουσιάζει για το πόσα σε περιμένουν ακόμη να μάθεις. Αλλά και αν δεν είχα χορέψει καλά με το δάσκαλο δεν θα με ένοιαζε τόσο (θα με απογοήτευε σίγουρα, αλλά θα το ξεπερνούσα). Αυτό που με χάλασε ήταν που δεν χόρεψα όπως ήθελα με τον σούπερ καβαλιέρο που περιέγραψα παραπάνω. Πριν ένα μήνα, πρωτόμαθη και άβγαλτη αφέθηκα ανυποψίαστη (για το πόσο καλός ήταν) στα χέρια του σαν κορίτσι στο πρώτο του ξύπνημα, άμαθο μα με την καρδιά καθαρή για να ανθήσει η ομορφιά του έρωτα. Σήμερα παρέδωσα στα χέρια του μία ψυχή "χαλασμένη", ένα σώμα σφιγμένο, απρόθυμο να αφεθεί, να εμπιστευτεί, γεμάτο φόβο και πληγές και πόνο, να "κλωτσάει" και να κοντράρει σε κάθε κίνηση, παρά τις βαθιές ανάσες μέσα απ'τις οποίες προσπαθούσα να μαζέψω όσα ήταν αρνητικά μέσα μου και να τα βγάλω, να τα διώξω προς τα έξω με την εκπνοή. Σαν μία γυναίκα κατεστραμμένη και αμετάκλητα δυστυχισμένη, που στρέφεται στα χέρια του έμπειρου και τρυφερού εραστή προσπαθώντας να νιώσει λίγο από τη μαγεία του έρωτά του, από τις πολύχρωμες κορδέλες που στριφογυρίζουν το χορό του, να γευτεί λίγο μέλι στην αιχμή του ξυραφιού που την κόβει και τη ματώνει. Και που δεν τα καταφέρνει. Που καταλαβαίνει ότι η χαρά και η ανέμελη ευχαρίστηση έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί για αυτήν, ότι το μόνο που την περιμένει στο εξής είναι ακόμη περισσότερος πόνος. Και που αν όχι για την ίδια αισθάνεται άσχημα για εκείνον, γιατί δεν μπορεί να του προσφέρει σάρκα και πνοή και δόσιμο όσο αξίζει η τέχνη του έρωτά του και το τρυφερό του άγγιγμα.

Ελπίζω μία μέρα ιδανικέ (κι εγώ η ανάξια) εραστή μου να μπορέσω να σου δοθώ απόλυτα και ολοκληρωτικά, και να χτιστεί μία τέλεια στιγμή μέσα απ'το σμίξιμό μας.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 21, 2008

Το λιμάνι και το πέλαγο

Είναι φορές που αφήνεις τη ζωή σου να προχωρήσει, ακολουθείς την πορεία της όπου σε πάει και εκεί που νομίζεις ότι όλα πάνε καλά και αρμενίζεις ανέμελα στα πέλαγά της, τσουπ, σε παίρνει μέσα μία ρουφήχτρα, μία δίνη πανίσχυρη, ακατανίκητη, κάτι που νιώθεις αδύναμος να παλέψεις και που μόνο σε πάει πιο κάτω, όλο και πιο κάτω, δεν σε αφήνει πια να πάρεις ανάσα, παγερή κι αλαφιασμένη με τη μανία της η θάλασσα ορμά να μπει από τα ρουθούνια κι απ'το στόμα σου θέλοντας να φτάσει ως τα πνευμόνια, και αν μπορεί ως την καρδιά σου για να στη πετρώσει. Κι η καρδιά σου σφίγγεται, σφίγγεται κι αλαφιάζει, τρέμει και αναριγεί, δεν μπορεί να καταλάβει πού έφταιξε, ήταν όλα τόσο ήρεμα, τόσο ομαλά, εκεί, πάνω στην επιφάνεια ήταν όλα τόσο αισιόδοξα, τόσο ευοίωνα, νόμιζε ότι την περίμεναν μόνο κυματάκια που με χαρούμενο τραμπαλισμό θα την οδηγούσαν σε πλούσια λιμάνια που θα την καλοδέχονταν σαν αγκαλιές ζεστές και μυρωμένες. Είχε ξεχαστεί. Και είχε περιπλανηθεί περισσότερο από όσο την έπαιρνε. Ίσως δεν κατάλαβε ότι είχε ξεσυρθεί τόσο μακριά. Ότι είχε αφήσει τον κίνδυνο να πλησιάσει τόσο. Το καράβι είχε μείνει αφρόντιστο καιρό, καθόλου δεν το πρόσεχε, μόνο το άφηνε να ταξιδεύει κατά τη βούληση του καπετάνιου, είχε δεν είχε τη δύναμη και την αντοχή να ακολουθήσει τα ταξιδιωτικά του σχέδια. Και να που τώρα έμενε ακυβέρνητο να περιπλανιέται σαν φάντασμα και να παλεύει κούφιο και μοναχό τις τρικυμίες, να λούζεται ανήμπορο τα κύματα ώσπου να το καταπιεί η θάλασσα.

Μέσα από τα γδαρμένα κατάρτια, μέσα από σκαρί σου, μέσα από την ψυχή σου πρέπει να βρεις κάτι να ζεστάνει το μέσα σου με την ελπίδα ότι "έχει στεριά κάπου εδώ κοντά". Εσύ που τόσο λαχτάρησες να ζήσεις το ταξίδι, παρακαλάς τώρα για λιμάνι.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2008

Το πιο μεγάλο ψέμα

Καμιά φορά μου συμβαίνει το εξής: όταν βρίσκομαι σε μία συγκεκριμένη κατάσταση, μου έρχεται εντελώς αυθόρμητα στο μυαλό ένα τραγούδι που τα λόγια του ταιριάζουν στην κατάσταση που βρίσκομαι ή σε κάτι που σκέφτομαι. Χθες λοιπόν μετά το μάθημα χορού ήρθε απρόσκλητο το μυαλό μου ένα τραγούδι που περιέργως δεν γνωρίζω ποιος το λέει ενώ ξέρω απ'έξω όλα του τα λόγια (αφιερωμένο σε όσους βρίσκουν σε αυτό κάτι να τους εκφράζει):

Πάει καιρός που σ’ αγαπώ
καιρός που περιμένω
όμως μπροστά στη πόρτα μου
δε φάνηκε κανείς.
Με δεκανίκι ξύλινο
Σε ποιο χορό πηγαίνω;
Πως λύνεται το αίνιγμα
ετούτης της ζωής;

Το πιο μεγάλο ψέμα
κράτα το για μένα
το πιο μεγάλο ψέμα
της γης.

Είναι φορές που σκέφτομαι
τη μοίρα των ανθρώπων
ερχόμαστε και φεύγουμε
χνουδάκια στο βοριά.
Κι εσύ γελάς και λούζεσαι
στα φώτα ξένων τόπων
και με την άκρη του φρυδιού
μου σκίζεις τη καρδιά.

Το πιο μεγάλο ψέμα
κράτα το για μένα
το πιο μεγάλο ψέμα
της γης.


Τόσα σωστά που έκανες,
κάνε και ένα λάθος,
με μάτια τόσο όμορφα
γιατί με τυραννάς;
Βούλιαξα μες στα μάτια σου
κι έχουνε τόσο βάθος
που δεν θα ξαναβγώ ποτέ,
μα εσύ δεν μ’ αγαπάς.

Το πιο μεγάλο ψέμα
κράτα το για μένα
το πιο μεγάλο ψέμα
της γης
.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 15, 2008

Πέσαμε κάπως

Είναι ο συννεφιασμένος καιρός, οι βροχές, η ψύχρα που όλο γίνεται και πιο έντονη (γιατί κρύο δεν το λες ακόμα), τα χειμωνιάτικα που κατέβηκαν πια για τα καλά εκτοπίζοντας οριστικά τα καλοκαιρινά, οι έξοδοι σε νυχτερινά μαγαζιά χειμερινά, μπουκωμένα στον καπνό και τον συνωστισμό (την πρώτη φορά που πήγα το Σάββατο που πέρασε πραγματικά δεν μπορούσα να καταλάβω τι δουλειά είχα να πάω για ποτό σε μαγαζί που ήταν κλειστό από πάνω, άσε δε στο απών, όπως μπήκα βγήκα και δεν είχα καμία διάθεση να ξαναπατήσω). Λίγο το ένα λίγο το άλλο, με έχει πιάσει μία μελαγχολία και μία αδράνεια κυρίως, αυτό δεν μπορώ. Από εκεί που είμαι συνήθως δραστήρια και ενεργητική, που προσέχω τη διατροφή μου (τρώω μόνο είδη υγιεινής), τώρα να θέλω να βουλιάξω σε έναν καναπέ, να τρώω όλη την ώρα γλυκά και να μην το κουνάω ρούπι. Ή να πέσω σε χειμερία νάρκη. Πραγματικά άνετα θα μπορούσα να κοιμηθώ ένα τρίωρο κάθε μεσημέρι, άνετα και πάνω από τρίωρο. Η περιορισμένη ηλιοφάνεια έχει επηρεάσει τη διάθεσή μου και έχει ρίξει τους ρυθμούς μου. Το γυμναστήριο απόψε κάπως με ξύπνησε, ένιωσα ξανά σαν άνθρωπος, φοβάμαι όμως ότι θα ξανακυλήσω. Πρέπει πάσει θυσία να αντισταθώ στην αδράνεια του χειμώνα γιατί είναι μία εποχή που μπορεί πραγματικά να σου προσφέρει όμορφες στιγμές, στιγμές ζεστασιάς αλλά και περιπέτειας, γιατί όχι, και άλλωστε ως γνωστόν το κρύο είναι καιρός για δύο, και αφού έχω άλλον έναν κανονικά δεν δικαιούμαι να παραπονιέμαι. Το μόνο που χρειάζεται είναι να συνηθίσω λίγο τους ρυθμούς της εποχής αυτής και να κάνω κάθε φορά την προσπάθεια που χρειάζεται ώστε να διατηρώ ψηλά τα ενεργειακά μου επίπεδα.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 08, 2008

The Pierces

Αν μπορούσα να τις συνοψίσω με κάτι που ήδη γνωρίζετε, αυτό θα ήταν σίγουρα ο σκοπός που σφυρίζει η θανατηφόρα εύχαρις ντεμέκ-νοσοκόμα Ντάρυλ Χάνα στο Kill Bill: μελωδικές και δροσερές, με ένα ύφος ανεμελιάς σχεδόν παιδικής απλωμένο πάνω από μία διάθεση μακάβρια και εν τέλει... δολοφονική. Δύο κοπέλες όμορφες και υποδόρια θελκτικές (η ομορφιά τους και η σεξουαλικότητά τους δεν προβάλεται με ακκισμούς, αλλά αρκείται σε έναν εσωτερικό μαγνητισμό που σκορπά τη σαγήνη χωρίς να προσπαθεί και χωρίς να νοιάζεται για αυτό -ιδίως στο δεύτερο βίντεο κλιπ που θα βρείτε παρακάτω, το πρώτο είναι φωτογραφίες). Τα τραγούδια τους έχουν μία δήθεν ανέμελη διάθεση που στριφογυρίζει σε όλο και πιο γρήγορους κύκλους στίχους με βλέψεις... δολοφονικές. Κάτι από τη γοητεία του μακάβριου, την ανεξήγητη έλξη που ασκεί ο θάνατος και η προοπτική της πρόκλησής του, το πάντρεμα της αισθητικής της οικογένειας Άνταμς με το Wild Rose που τραγουδά ο Nic Cave με την Kylie Minogue, κάνει τις επικίνδυνες κουκλίτσες αυτού του συγκροτήματος/ντουέτου να μας φαίνονται εξαρχής σχεδόν γνώριμες.




Ευχαριστώ για τη σύσταση, Kat!

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2008

Μάθε να αισθάνεσαι

Χθες παρακολούθησα το δεύτερο μάθημα τάγκο στη σχολή χορού που πηγαίνω. Πέρυσι εντρύφησα στα λάτιν, που πολύ μου άρεσαν και μου χάρισαν ιδιαίτερα ευχάριστες χορευτικές βραδιές αλλά φέτος οι ώρες δεν βόλεψαν για να συνεχίσω, επομένως θα χορεύω με αυτά που ξέρω και αν κάτι αλλάξει στο πρόγραμμα το δικό μου ή της σχολής βλέπουμε. Επέλεξα λοιπόν, όπως είχα αποφασίσει, τους χορούς που οι ώρες τους θα ταίριαζαν με το πρόγραμμά μου. Τάγκο και οριεντάλ (τα άσχετα μεταξύ τους, το ένα μέσα στην αυστηρότητα και τη χορευτική κατάνυξη και το άλλο μες στο τζέρτζελο και το ντιριντάχτα). Το τάγκο πέρυσι δεν με είχε προσελκύσει, αν και η χορευτοαλλοπαρμένη φιλενάδα μου που με είχε τραβήξει στο χορό το λάτρευε. Αποφάσισα να ξεκινήσω με κάθε επιφύλαξη, αν και θεωρούσα ότι δεν θα τα πήγαινα και άσχημα, αν έκρινα από μια-δυο απόπειρες «διδασκαλίας επί τω έργω» ενός φίλου με σκοπό να με βγάλει από την ανία που περιέβαλλε για μένα τα διαστήματα τάγκο στις λάτιν-τάγκο βραδιές. Βέβαια και στα λάτιν ως ντάμα έμαθα να ακολουθώ τον καβαλιέρο, κάτι που βοήθησε σημαντικά. Ξεκινώντας λοιπόν και τους δύο χορούς, με μεγαλύτερη ίσως όρεξη για το οριεντάλ και απλή δοκιμαστική περιέργεια για το τάγκο, συνέβη τελικά το αντίθετο από ό,τι περίμενα: το τάγκο άρχισε από νωρίς να με γοητεύει ενώ το οριεντάλ μάλλον διέψευσε τον αρχικό μου ενθουσιασμό. Νομίζω αφενός μου έλλειπε η δυναμική που υπάρχει στο ζευγάρι (η οποία στο τάγκο πολλαπλασιάζεται σε σχέση με τα λάτιν), και αφετέρου οι κινήσεις του οριεντάλ μου ήταν λίγο πολύ γνωστές, και από μόνη μου μια χαρά τσιφτετελιαζόμουν στα χρόνια της τρελής μου νιότης με αποτέλεσμα τώρα να ένιωθα υπερβολικά καλουπωμένες και αναλυμένες τις κινήσεις (αν και καταλαβαίνω ότι έτσι πρέπει να είναι στην αρχή). Δίνω λίγο χρόνο στα οριεντάλ για να προχωρήσουμε και να δω μήπως με ενθουσιάσουν περισσότερο (διαπίστωσα επίσης ότι η αριστερή μου πατούσα «πατάει» περισσότερο στην αριστερή πλευρά της με αποτέλεσμα να πονάει μετά από λίγη ώρα, μπας κι έχω τίποτα το πλατυποδικό; Επίσης βλέπω ότι τα ίδια «τσαλιμάκια» τα κάνω με διαφορετική ευκολία από κάθε πλευρά –εκείνο το βήμα της καμήλας, πώς το λένε, να βγαίνει τόσο εύκολα από τη μία πλευρά και τόσο «σπρωχτά» από την άλλη! Το τάγκο όμως τολμώ να πω ότι με έχει ήδη κερδίσει. Έχει μία τέτοια ενέργεια, ιδιαίτερα για τη ντάμα νομίζω, που πρέπει να μάθει να δέχεται την κάθε κίνηση, και να αναπτύξει έναν συνδυασμό σωματικής συναίσθησης και κινησιολογικής επικοινωνίας με τον καβαλιέρο, που εξελίσσεται σε μία μορφή διαίσθησης. Η σωστή ενέργεια από τον καβαλιέρο νιώθεις να σε κινεί σαν να σε παρασύρει ένα απαλό ρεύμα σε μία ήρεμη θάλασσα, κάπως έτσι φαντάζομαι πως θα πρέπει να ήταν αν πράγματι γινόταν να σε καταλαμβάνει το πνεύμα ενός φαντάσματος όπως στις ταινίες, και να οδηγεί τις κινήσεις σου. Βέβαια θα πρέπει να πω ότι είχα την τύχη να χορέψω περισσότερο με τους προχωρημένους μαθητές που παρίσταντο συνεπικουρικά στο μάθημα και με τους δασκάλους. Τη μία φορά που χόρεψα με μαθητή στο ίδιο επίπεδο με μένα η διαφορά ήταν μεγάλη, ένιωθα ότι με τραβούσε από δω, με τραβούσε από κει, η κατεύθυνση που μου έδινε δεν ήταν σαφής (και μετά παραπονιόταν ότι δεν τον ακολουθώ σωστά). Βέβαια καταλαβαίνω ότι τα πράγματα για τους καβαλιέρους είναι αφάνταστα δυσκολότερα και είμαι σίγουρη ότι και αυτός και όλοι οι αρχάριοι μετά από λίγο καιρό θα χορεύουν εντελώς διαφορετικά (το καλό που τους θέλω!), και ότι η ενέργεια που θα λαμβάνω από αυτούς θα μεταλλαχθεί από το ψυχρό μέταλλο που είναι τώρα σε ανάλαφρο ρεύμα που θα με παρασύρει για να κατευθύνει απαλά τις κινήσεις μου.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28, 2008

Συμφιλίωση με το φθινόπωρο

Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα ή όχι, όμως ένα μέρος των διακοπών μου ήταν φέτος όψιμο. Με δύο ταξιδάκια σε νησάκια μέσα στο Σεπτέμβρη οι διακοπές έμοιαζαν να μην τελειώνουν. Ούτε τα σύννεφα στον ουρανό της Καλύμνου την προηγούμενη εβδομάδα, ούτε οι ψυχρές βραδιές με έκαναν να νιώσω ότι το καλοκαίρι τελειώνει, γιατί πολύ απλά... ήμουν ταξίδι.

Η επιστροφή μου ήταν απότομη, δυσάρεστη και για κάποιο λόγο εντελώς ακατανόητη. Με τον ταξιδιωτικό (και ερωτικό) μου σύντροφο να αναχωρεί άμεσα προς δύο εβδομάδες απουσίας (κάτι που ακόμη και τη στιγμή που τον αποχαιρετούσα αδυνατούσα να συλλάβω σε όλη του τη διάσταση) ξαφνικά όλα είχαν αλλάξει. Το μαγιώ μου ήταν ακόμη στο σακ βουαγιάζ αλλά αυτό που με περίμενε σε κάθε καινούρια μέρα ήταν ένας συννεφιασμένος ουρανός και μπόλικη δουλειά στον υπολογιστή. Πώς συνέβη αυτό ρε παιδάκι μου; Πού είχα το νου μου και δεν κατάλαβα τίποτα; Πώς έγιναν όλα έτσι απότομα;

Ένα ένστικτο συναισθηματικής επιβίωσης με έσπρωξε να επιδιώξω, έστω και ανόρεχτα στην αρχή, τις χειμερινές μου δραστηριότητες: χορός, γυμναστήριο. Κανονίζω σχεδόν κάθε μέρα να βρεθώ και με κάποια φίλη που με τα απανωτά πηξιμο-ταξιδάκια μου είχα καιρό να συναντήσω. Οι κουβέντες μας, με όλα μας τα νέα (ή όσα χωρούσαν στη διάρκεια ενός καφέ), η νοσταλγία καθώς το βλέμμα μου κυλούσε ξανά πάνω στις γραμμές και τα χαρακτηριστικά προσώπων γνώριμων και αγαπημένων, η ζεστασιά της φιλίας, ο ενθουσιασμός της επικοινωνίας, γλύκαναν τη γκρίζα διάθεση του φθινοπώρου.

Το μυαλό αρχίζει σιγά σιγά, μετά την αρχική ψυχρολουσία, να μπαίνει στο ρυθμό της δουλειάς, μαθαίνει και πάλι στα ψυχρά νερά της και έχοντας πάρει την "πρώτη κρυάδα" διασχίζει όλο και πιο άνετα τα ρεύματα της καθημερινότητας. Επόμενος στόχος θα είναι ο ουρανίσκος. Να ζεστάνω την καρδιά με ζεστή, αρωματική σοκολάτα, λαχταριστή μηλόπιτα με το μήλο να αχνίζει, σουπίτσες-βάλσαμο και διάφορα άλλα κυρίως παχυντικά που θα με κάνουν να τρέχω και να μη φτάνω για να αδυνατίσω όταν έρθει ξανά η άνοιξη.

Άντε, κι ώσπου να μεθοδεύσω στην εντέλεια τη συμφιλίωσή μου με το φθινόπωρο... θα έχουν περάσει και οι δύο εβδομάδες.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008

This mess we're in

Ένας λυγμός κι ένας καημός το τραγούδι αυτό, συνηχεί απόλυτα τη μελαγχολία του φθινοπώρου και δίνει φωνή στο πάντρεμα της κατάθλιψης με την απόγνωση. Ένα βίντεο κλιπ με εικόνες βγαλμένες από βιώματα ξένα που όμως θα μπορούσαν να είναι και δικά σου, χωρίς να ξέρεις γιατί σε κάνει να νοσταλγείς. This mess we're in.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 23, 2008

Να ζήσω

Από τις τελευταίες "κλεμμένες" κυριολεκτικά διακοπές του Σεπτέμβρη, βρίσκομαι ξανά (με την ίδια σχιζοφρενική μετάβαση) στο πήξιμο, στις παραστάσεις της ξεχασμένης καθημερινότητας που τώρα μοιάζουν με τις σκηνές ενός μακάβριου εφιάλτη. Τι δουλειά έχω εδώ; Τίνος σπίτι είναι αυτό; Γιατί γνωρίζω να κινηθώ μέσα σε αυτό ακόμη και με κλειστά τα μάτια και όμως νιώθω τόσο έντονα πως δεν ανήκω εδώ; Θέλω για σπίτι μου το έξω, το δρόμο, το μακριά. Θέλω να κατευθύνομαι συνεχώς προς έναν άπιαστο ορίζοντα, να ανοίγω τα φτερά μου διάπλατα, ώσπου να πονέσουν, κόντρα στις ανάσες του ουρανού. Να φύγω, να φύγω, να φύγω. Κι όλα αυτά να τα λαχταρώ μέσα από μία αδράνεια που νεκρώνει τις κινήσεις μου και με θανατώνει αργά κυλώντας σαν το κώνειο μέσα μου. Να φύγω, να φύγω. Πρέπει να βρω πια τη δύναμη. Να ζήσω.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2008

Vie (-vie) schizophrenique

Πήζω στη δουλειά. Με το ζόρι μιλάω σε κανέναν άνθρωπο στο τηλέφωνο, και ακόμη και όταν γίνεται αυτό νομίζω ότι χάνω πολύτιμο χρόνο που θα έπρεπε να επενδύσω στη δουλειά μου. Δεν σταματώ να δουλεύω παρά μόνο όταν βλέπω ότι η κούραση με έχει κάνει αντιπαραγωγική, ότι αρχίζω να κάνω λάθη χωρίς να το αντιλαμβάνομαι και η προσπάθειά μου στρέφεται πλέον εναντίον μου. Ο χρόνος χτυπά αλύπητα με ένα μεγάλο σφυρί κάθε δευτερόλεπτο που περνά.


Βρίσκομαι σε διακοπές. Ο χρόνος κυλάει με μια ξεγνοιασιά που ίσως μόνο αν είσαι παιδί μπορείς να βιώσεις, πρωτοΐδωτα τοπία και παραστάσεις, όμορφες εικόνες, στιγμές χαλάρωσης, παραλίες με κρυστάλλινα νερά, η φύση στις μεγάλες τις ομορφιές, βιώματα κλεμμένα από το υστέρημα των ειδυλλιακών στιγμών που είμαστε προορισμένοι να ζήσουμε στη ζωή μας. Ο χρόνος είναι ένα αεράκι που μου χαϊδεύει το πρόσωπο και κάνει να ανεμίζουν οι άκρες από τα μαλλιά μου.


Είναι δυνατόν αυτά τα δύο σενάρια να εξελίσσονται παράλληλα; Αδύνατον, θα έλεγε κανείς. Και όμως, το τελευταίο διάστημα τα ζω σε τόσο γρήγορη εναλλαγή που βιώνω τον συνδυασμό τους με τρόπο σχεδόν σχιζοφρενικό. Λίγες μέρες δουλειά-δουλειά-δουλειά, να τελειώσω όσα έχω να κάνω για να μπορώ να φύγω διακοπές, και λίγες μέρες το ταξίδι, το καινούριο, η απόδραση, η ξεγνοιασιά. Αύριο το βράδυ θα περάσω και πάλι στη δεύτερη φάση μετά από ένα βάναυσο (όπως προβλέπεται) πέρασμα από την πρώτη. Ας είναι, αξίζει σίγουρα. Αρκεί να μην αρχίσω να αμφιβάλλω κάποια στιγμή αν όσα βιώνω συμβαίνουν πραγματικά ή μήπως ονειρεύομαι και ξυπνάω και ξαναονειρεύομαι σε γρήγορη διαδοχή.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 09, 2008

Ένα διαμάντι στην καρδιά του Αιγαίου

...μόνο έτσι μπορώ να περιγράψω το πανέμορφο νησί της Σκύρου, στο οποίο πέρασα 4 υπέροχες μέρες το πεμπτοπαρασκευοσαββατοκύριακο που μόλις μας πέρασε. Αρχικά νόμιζα (ή μάλλον μάντευα) ότι επρόκειτο για νησί των βορείων σποράδων, και από ό,τι διαπίστωσα κανένας δεν ήξερε πού βρίσκεται ("Πού θα πας; Στη Σύρο; Στη Σκύρο; Πού είναι η Σκύρος;"), ακόμη και μια φίλη μου από τη Μυτιλίνη, που ως νησιώτισα περίμενα να το ξέρει. Δεν ξέρω αν πρόκειται απλώς για ένα αφανές, άγνωστο γενικά νησί ή για καλά κρυμμένο μυστικό κρατημένο για τους λίγους. Γιατί σε μένα ως τέτοιο αποκαλύφθηκε. Οι παραλίες απίστευτες, η μία ωραιότερη από την άλλη, να μην πιστεύεις στα μάτια σου (όσο και αν λέμε με μία κάποια έπαρση ότι εμείς οι χανιώτες δύσκολα εντυπωσιαζόμαστε από παραλίες όταν πάμε κάπου αλλού, μαθημένοι στις ωραιότατες ακτές μας, ήταν πραγματικά υπέροχες). Το τοπίο τόσο ανέγγιχτο και παρθένο που στην παραλία συνάντησα για πρώτη φορά ζωντανά κοχύλια να σκάνε μπρος στα πόδια μου από το απαλό κυματάκι, είδα στους δρόμους από κατσικάκια και κουνελάκια (ελεύθερα) ως γουρουνάκια (αυτά ήταν ενός κτηνοτρόφου, αλλά τι μορφή κτηνοτροφίας είναι αυτή, με τα γουρουνάκια να τρέχουν ελεύθερα και ζωηρά πάνω κάτω αντί να στοιβάζονται βάναυσα σε μία σύγχρονη κτηνοτροφική μονάδα -έτσι μάλιστα, να το δεχθείς ότι θα σε σφάξουνε στο τέλος, αν έχεις ζήσει με τέτοια χαρά τη χοιροζωή σου!), μέσα σε λίγα λεπτά είδα να πετούν πάνω από το ξενοδοχείο τρία διαφορετικά είδη πουλιών, παντού πράσινο, τα νερά ακόμη και στο λιμάνι καθρέφτης... δεν έχω λόγια (άλλα).
Μην νομίζετε όμως ότι το νησί αυτό είναι έτσι επειδή βρίσκεται σε μία κατάσταση πρωτογονισμού. Κάθε άλλο. Τα πάντα μπορείς να βρεις. Αλλά βρίσκεις μόνο την πιο ποιοτική, προσεγμένη και καλαίσθητη μορφή τους. Από το beach bar με τις ψάθινες ξαπλώστρες και τις αχυρένιες ομπρέλες, με την πολύ όμορφη μουσική του να παίζει σε ένταση που σε συντροφεύει χωρίς να σε ενοχλεί, μέχρι τις ταβέρνες με τα απίστευτα φαγητά (ό,τι και αν φάγαμε ήταν θεσπέσιο, τέλειο), τα πάντα ήταν φτιαγμένα όχι για "εκμετάλλευση" του επισκέπτη, αλλά με το μεράκι της ποιοτικής προσφοράς. Φαντάζομαι ότι αντλώντας κανείς έμνευση και βιώματα από έναν τόπο τόσο όμορφο, δεν μπορεί να κάνει τίποτα λιγότερο. Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να ανακαλύψετε κι εσείς το υπέροχο αυτό νησί.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 02, 2008

Αγαπημένα παγωτά του καλοκαιριού 2008

Τις τελευταίες μέρες έχω ρημάξει τα παγωτά. Με βλέπουν από μακριά και παίρνουν δρόμο. Σκέφτηκα να γράψω για αυτά που ξεχώρισα φέτος το καλοκαίρι, καινούρια και παλιά:

Myan Mystica (Algida): Όσοι ξερογλείφεστε ήδη από τη διαφήμιση με τη λαχταριστή και μελαμψή καλλονή Eva Longoria δεν θα απογοητευτείτε. Άλλο επίπεδο γεύσης. Ιδίως αυτό που έχει μέσα κανέλα και μοσχοκάρυδο δεν παίζεται. Επιλέξτε το με κλειστά τα μάτια

Ξυλάκι με επικάλυψη σοκολάτας ΙΟΝ αμυγδάλου, Κρι-Κρι: πολύ έξυπνη επιλογή για την επικάλυψη αυτού του παγωτού η βιωματική και αξεπέραστη ΙΟΝ αμυγδάλου (η πρώτη σου σοκολάτα και παντοτινή). Η βανίλια που έχει μέσα είναι υπερβολικά "απλή" ίσως, αλλά η έκπληξη του να τρως παγωτό με την ίδια γεύση ακριβώς της σοκολάτας των παιδικών σου χρόνων σε κάνει να μην το προσέχεις.

Banana split-Κρι-Κρι: Συνδυασμός μπανάνα και σοκολάτα. Κόλαση. Η άστοχη ονομασία banana split (που νομίζω σημαίνει να σερβίρεις μία φρέσκια μπανάνα κομμένη κατά μήκος σε πιατάκι γόνδολα και να βάλεις δίπλα διάφορα παγωτά) δεν θα σας ενοχλήσει όταν η γεύση του παγωτού αυτού θα σας ταξιδεύσει στα ουράνια.

Fifty-fifty: Με έπιασε πανικός τις προάλλες που δεν μπορούσα να το βρω σε κανένα ψυγείο, μήπως και σταμάτησε να βγαίνει. Το κλασικό "σάντουιτς", μισό σοκολάτα μισό κρέμα και όλο σε απίθανο μπισκότο, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις.

Για τους χανιώτες: φυσικά παγωτό από τον "ιταλό", ή από το Vienna στη 1866. Δοκιμάστε άλλη γεύση κάθε φορά αν αντέχετε να απαρνηθείτε την απόλαυση των γεύσεων που ήδη έχετε φάει.

Α, και ένα αποτυχημένο: το παγωτό mohito του σπιτικού (επίσης σε χανιώτες απευθύνομαι). Αφήστε το καλύτερα... θα τρίζουνε τα κόκκαλα του Χεμινγουέι...

Παρασκευή, Αυγούστου 01, 2008

Ξαφνικά να σκοτεινιάζει

Είναι πολύ δύσκολο να το περιγράψω. Είναι κάτι σαν αυτό που έχουμε συνδέσει με το άγχος, ή τις καταστάσεις που προηγούνται μίας κρίσης πανικού. Το αισθάνομαι κάθε στιγμή που είμαι μόνη μου και τις περισσότερες φορές που είμαι με το φίλο μου. Όταν είμαι με άλλα άτομα μία αυτοματοποιημένη «ευθυγράμμιση» της συμπεριφοράς, ή και η χαρά που πάντα νιώθω όταν είμαι με φίλες μου π.χ., μειώνουν την ένταση αυτής της κατάστασης. Αισθάνομαι ότι όλα θα πάνε στραβά. Για την ακρίβεια αισθάνομαι ότι ήδη πάνε στραβά. Αδυνατώ πλέον να χαρώ τις όμορφες στιγμές που έχω στην προσωπική μου ζωή εξ αιτίας κάποιου αδιευκρίνιστου φόβου. Στη συμπεριφορά είμαι ανυπόφορη. Ανυπόφορη προς τον εαυτό μου, με αυτά που σκέφτομαι και αισθάνομαι, και τα κύματα απαισιοδοξίας που αφήνω να σαρώνουν τα πάντα μέσα μου. Αλλά νυπόφορη έχω αρχίσει να γίνομαι και προς τον σύντροφό μου, με ένα σωρό παραξενιές και υπερβολικές αντιδράσεις, αδυνατώ να ελέγξω τη συμπεριφορά μου και τα συναισθήματα που νιώθω. Δεν μπορώ να εντοπίσω λογικά την αιτία αυτής μου της κατάστασης. Φόβο και δυσπιστία απέναντι στην καινούρια μου σχέση είχα ούτως ή άλλως μετά το τέλος της παλιάς, όμως φαίνεται πλέον ότι όσο περνά ο καιρός τόσο λιγότερο εμπιστεύομαι τον άνθρωπο που έχω δίπλα μου. Δεν ξέρω τι να κάνω και δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Από τη στιγμή που ξυπνάω το πρωί η απαισιοδοξία και η κατάθλιψη με τραβάνε από τα μαλλιά και τα κρατάνε σφικτά και οδυνηρά όλη τη μέρα, μην αφήνοντας τα εγκεφαλικά μου κύτταρα να παράγουν παρά σκέψεις παραμορφωμένες, διαστρεβλωμένες, φαύλες, πιέζουν και καρφώνουν την καρδιά μου μέχρι να βεβαιωθούν ότι δεν θα αντλήσει ούτε μία σταγόνα αίμα άνετα και ανεμπόδιστα αλλά βαριά και κουραστικά, σφιγμένη, πετρωμένη και ταραγμένη από μία αγωνία που το μυαλό δεν ξέρει να της εξηγήσει.

Έλα ρε Σκάρλετ, πάμε άλλη μια φορά: «Αύριο είναι μια καινούρια μέρα». Ελπίζουμε στο καλύτερο.

Κυριακή, Ιουλίου 20, 2008

Rape child...

...σε αντίθεση με το "love child" θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το βιβλίο "Επιστήμη και Θρησκεία-μια ιστορική προσέγγιση" που επί μήνες μετέφραζα πριν από αρκετό καιρό. Ένα ενδιαφέρον ομολογουμένως περιεχόμενο, ατυχώς εγκλωβισμένο σε ένα εχθρικά στριφνό κείμενο με βασάνιζε αλύπητα και έφτασε στο σημείο να δοκιμάσει όχι μόνο τις πνευματικές αλλά και τις ψυχικές αντοχές μου (αφού δεν πέταξα το βιβλίο από το παράθυρο είμαι σίγουρα άνθρωπος με μεγάλη υπομονή). Στις αντιξοότητες που αντιμετώπισα κατά την αγωνιώδη προσπάθειά μου να μεταφέρω το κείμενο αυτό στην ελληνική γλώσσα ισορροπώντας αβέβαια ανάμεσα στην "ερμηνεία/απόδοση" του νοήματος (την αναγκαστική, κατ' εμέ, απομάκρυνση από την αυστηρή πρωτότυπη έκφραση για χάρη μιας πιο ομαλής και νοητικά συνεχούς διατύπωσης) από τη μία και την "πίστη" που αναγκαστικά οφείλω στο πρωτότυπο (γιατί μετάφραση έκανα, όχι ελεύθερη απόδοση), ήρθε να προστεθεί μία κακή και ετεροχρονισμένη "συνεργασία" με τον επιμελητή (κατ' ευφημισμόν συνεργασία μάλλον, γιατί ουδέποτε επικοινωνήσαμε άμεσα, μόνο μέσω των διορθώσεών του και των ενστάσεών μου σε αυτές). Άνθρωπος αναντίρρητα ικανός, γνώστης της γλώσσας, έκανε καίριες πολλές φορές διορθώσεις και καλές αντιπροτάσεις, είχε όμως άλλη νοοτροπία από μένα σε σχέση με τη μετάφραση. Ενώ εγώ προσπάθησα να αποστασιοποιηθώ κατά το δυνατόν από την αυστηρή έκφραση του κειμένου για να δώσω στον αναγνώστη μία μετάφραση που θα τον "τρομάζει" και θα τον "απωθεί" όσο γίνεται λιγότερο (δεδομένης της στριφνότητας του πρωτότυπου), αυτός υποστήριζε με άκαμπτο πατριωτισμό την προσκόλληση στην πρωτότυπη έκφραση, προσπαθώντας να δώσει ένα κείμενο πιο αντιπροσωπευτικό του αρχικού κειμένου, και αναγκάζοντας τον αναγνώστη να έρθει πιο κοντά στο κείμενο αντί να φέρει το κείμενο πιο κοντά στον αναγνώστη (αν εννοείτε τι εννοώ).

Το βιβλίο αυτό ουσιαστικά μου κόστισε χρήματα, γιατί η μετάφρασή του προχωρούσε ιδιαίτερα αργά. Όταν είδα στο ίντερνετ ότι είχε κυκλοφορήσει δεν ήμουν και πολύ σίγουρη ότι ήθελα να το πάρω στα χέρια μου, θεωρώντας το καρπό μίας μορφής βιασμού από το κείμενο και όχι έρωτα για το κείμενο (εξού και ο τίτλος της παρούσας δημοσίευσης). Μία από τις τρεις μέρες που πέρασα στην Αθήνα μετά το ταξίδι μου στις Κυκλάδες με βρήκε σε ένα βιβλιοπωλείο, μπροστά στον τομέα "εκλαϊκευμένη επιστήμη". Ο καρπός του αιματηρού μόχθου μου ήταν εκεί. Το "παιδί" που έσκισε σπαρακτικά τα σπλάχνα του νου μου για να έρθει στον μάταιο τούτο κόσμο ήταν εκεί, πλάι στο δίδυμο αδερφάκι του, φασκιωμένο στα μαύρα, με το όνομά μου γραμμένο στο κορδελάκι που ήταν δεμένο στον απαλό καρπό του. Δεν μπορούσα να μην το πάρω στα χέρια μου. Καθισμένη σε μια γωνιά βρέθηκα να το ξεφυλλίζω, αφήνοντας την ανάγνωσή του να μου θυμίσει ξανά το ενδιαφέρον περιεχόμενό του. Περιεργάστηκα τη γραφή, το σμίξιμο των δύο αντίθετων απόψεων για τη μετάφραση, της δικής μου και του επιμελητή, και με ανακούφιση κατάφερα μέσα από αυτό να ξεχωρίσω τη γραφίδα της πένας μου: ναι, ήταν δικό μου. Μπορεί κάποιος άλλος να το επιμελήθηκε μετά από μένα, αλλά ήταν δικό μου, έτσι γράφω εγώ, κάπου ανάμεσα στις κύριες και τις δευτερεύουσες προτάσεις του, κάπου ανάμεσα στις τελείες και τα κόμματα, μέσα στη δομή και τις λέξεις του, στο κείμενο αυτό είχε σταλάξει κάτι από τη σκέψη μου, κάτι από τη λεκτική μου έκφραση, το ύφος μου, σαν να του είχα δώσει κάτι από το βάδισμά μου ή τον τρόπο που γυρνάω το κεφάλι μου. Ανάμεσα στους περιορισμούς που αναγκαστικά περιχαρακώνουν τη μετάφραση, ανάμεσα στους μαιάνδρους του περιεχόμενου του πρωτότυπου κειμένου ανάσαινα διαβάζοντας την πνοή της δικής μου της γραφής.

Σκέφτηκα την επαγγελματική μου πορεία. Την σκέφτηκα να απεικονίζεται συμβολικά μα και ουσιαστικά σε μία σειρά από βιβλία που ακουμπούν το ένα στη ράχη του άλλου, σύμφωνα με την αλληλοδιαδοχή των αντίστοιχων μεταφραστικών εργασιών. Το βιβλίο, ένα αντικείμενο για μένα τόσο αγαπημένο, μπόρεσε να δεχθεί σε κάποια από τα αντίτυπά του (σταγόνα στον ωκεανό ίσως, αλλά και πάλι η δική μου σταγόνα) κάτι από τον εαυτό μου.

Mamma mia…

… η εξηντάρα Μέριλ Στριπ ίσον με τρεις εικοσάρες και βάλε σε αυτό το απολαυστικό μιούζικαλ, τα νησιά των Βορείων Σποράδων είναι ένας παράδεισος που ευγνωμονούμε που βρίσκεται τόσο κοντά μας, ιδανικό φόντο για τα πασίγνωστα τραγούδια των Abba που μας ξεσηκώνουν από την πρώτη νότα, πολύχρωμα πλάνα όπου μελωδία και εικόνα ζευγαρώνουν μέσα σε ένα τρελό πανηγύρι, όλη η ταινία μοιάζει με ύμνο στη χαρά της ζωής και πειστική παρότρυνση για ξεφαντώματα μέχρι πρωίας.

Στις λεπτομέρειες τώρα. Η Μέριλ Στριπ όπως είπα ίσον με τρεις εικοσάρες τουλάχιστον. Η ενέργειά της, η φυσική εσωτερική και εξωτερική ομορφιά της –καταφέρνει άνετα να λάμπει γλυκά παρά την αυστηρότητα στην οποία θα μπορούσαν να παραπέμπουν οι γραμμές του προσώπου της, η τόλμη της να δοκιμαστεί σε κάτι τόσο απαιτητικό και διαφορετικό από ό,τι την έχουμε συνηθίσει σε μια ηλικία που η μέγιστης επιτρεπόμενης έντασης δραστηριότητα θα ήταν για άλλες το πλέξιμο. Δεν διστάζει να τραγουδήσει, να χορέψει, να φανεί ερωτική δείχνοντάς μας ότι η γοητεία μιας γυναίκας ουδεμία σχέση έχει με την ηλικία της, καθώς φτάνει και ξεπερνά σε «παλμό» την κινηματογραφική της «κόρη» που έχει το ένα τρίτο της ηλικίας της. Σχεδόν σε κάνει να εύχεσαι να είχες τα χρόνια της!

Η «κόρη» είναι ένα όμορφο κορίτσι με μάτια στο χρώμα της θολής και ταραγμένης θάλασσας, ένα χείμαρρο ξανθών μαλλιών που θα μπορούσε να κάνει έναν άνδρα ακόμη και φετιχιστή και ένα σφιχτό, λυγερό κορμί με τις σωστές καμπύλες. Το αγγελικό της προσωπάκι, που παραπέμπει ταυτόχρονα στην αθωότητα ενός παιδιού και τη λαγνεία μιας γυναίκας, ακκίζεται χαριτωμένα καθώς τα ζουμερά της χείλη ακολουθούν τα λόγια των γνωστών τραγουδιών. Ιδανική για το ρόλο –νομίζω έπαιζε και στην ομώνυμη θεατρική παράσταση.

Οι μπαμπάδες: ο πιο ωραίος από αυτούς και πραγματικά ο «μεγάλος» έρωτας της “Mamma”-Στριπ, ο Πηρς Μπρόσναν, αποδεικνύεται δυστυχώς και ο πιο ακατάλληλος για το ρόλο και το είδος αυτό. Ο τύπος είναι χάρμα οφθαλμών, φοβερό πρόσωπο, φοβερό κεφάλι, φοβερό παράστημα, take me now baby here as I am, κι όμως περιορίζεται στο να κάνει το «μοντέλο» στην ταινία. Μοιάζει ανίκανος να πάρει οποιαδήποτε άλλη έκφραση εκτός από την επιτηδευμένη αν και γοητευτική ματιά του με το ελαφρό σήκωμα του φρυδιού. Το πρόσωπό του συσπάται σε ένα ύφος δυσκοίλιο (μέρες δυσκοίλιο, θα έλεγα) όταν τραγουδάει, αν και η φωνή του καθαυτή δεν είναι τόσο χάλια αν το καλοσκεφτείς. Οι στιγμές που τραγουδάει πάντως σε ξεσυντονίζουν κάπως από αβίαστο feelgood της ταινίας, σκέφτεσαι ότι καλά θα κάνουν στο Χόλιγουντ να μη βάζουν τις γλάστρες να τραγουδάνε (ακόμη και μια τόσο γοητευτική γλάστρα «χάνει» με τον τρόπο αυτό).

Οι άλλοι δύο μπαμπάδες είναι πολύ καλοί και πειστικοί, με το ίδιο τους το παρουσιαστικό «κομμένο και ραμμένο» θα έλεγε κανείς για τους ρόλους του εσωστρεφούς και άτολμου καριερίστα από τη μία και του αιώνιου ταξιδιώτη και ακούραστου εραστή της περιπέτειας από την άλλη.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει για τον σουρεαλισμό που αποπνέει ειδικά για έναν έλληνα η ταινία αυτή. Το τοπίο είναι αναγνωρίσιμα ελληνικό, βιωματικό, οικείο. Σου φαίνεται περίεργο το πώς φώλιασε μέσα σ’αυτό ένα πρωτοκλασάτο καστ του Χόλιγουντ από τη μία και αρκετές φυσιογνωμίες και προφορές βρετανικής προέλευσης από την άλλη, όλα αυτά δεμένα με τραγούδια που είχες συνδέσει με τη χρυσή εποχή της ντίσκο και που σε παρέπεμπαν σε διαλειπόντως αναλάμποντα στρόμπολι και όχι σε παραδοσιακούς ελαιώνες, συμπαθητικές κατσικούλες και σεμεδάκια στο βελονάκι.

Συμπερασματικά θα σας πρότεινα να δείτε την ταινία, κατά προτίμηση σε σινεμά και επίσης κατά προτίμηση σε θερινό (αν και εγώ παρόλο που το είδα σε χειμερινό δεν ένιωσα την αίθουσα να με «μπουκώνει», αφού η ταινία ήταν τόσο ανάλαφρη και καλοκαιρινή).

Κι αρμενίζαμε...

Έχω καιρό να γράψω στο μπλογκ παρόλο που ήταν πολλές οι φορές που ήθελα κάτι να γράψω (κάποιες από τις φορές αυτές βέβαια δεν είχα πρόσβαση σε υπολογιστή). Για παράδειγμα ήθελα πολύ να σας πω για το ταξίδι μου με ιστιοφόρο στα νησιά των Κυκλάδων. Δύσκολο να περιγράψω την αίσθηση που σου δίνει η πλεύση πάνω στα κύματα (από μικρή είχα μία ιδιαίτερη σχέση με κάθε είδους «κούνημα» που έκανε το όχημα που με μετέφερε, ήδη από μωρό έκλαιγα όταν σταματούσαμε στα φανάρια με το αυτοκίνητο και ο μπαμπάς μου προσπαθούσε να σταματά σιγά σιγά, σταδιακά, για να αναβάλλει όσο γίνεται την κατάσταση ακινησίας που τόσο με δυσαρεστούσε. Ακόμη και σήμερα όποτε δεν μπορώ να κοιμηθώ φαντάζομαι ότι ταξιδεύω με πλοίο και ότι έμμεσα είμαι ξαπλωμένη «στην αγκαλιά της θάλασσας», που με το νωχελικό κούνημά της με νανουρίζει). Δύσκολο επίσης να περιγράψω την αίσθηση ελευθερίας που νιώθεις όταν «σπίτι» σου για μια βδομάδα γίνεται ένα σκάφος, αυλή σου η θάλασσα και περίβολος η ακτή (ή στη χειρότερη περίπτωση ο ντόκος σε ένα λιμάνι). Πραγματικά νιώθεις ότι είσαι αλλού, ότι έχεις αφήσει πίσω σου τα της στεριάς και ότι πλέον το μόνο που σε αφορά είναι η πνοή του ανέμου και οι στροβιλισμοί των θαλάσσιων ρευμάτων. Απόλυτο «χάσιμο» (όχι χρόνου, χάνεσαι από τον κόσμο εννοώ) η ραστώνη της ξάπλας πάνω στο σκάφος, η πρωινή βουτιά σε γαλανά νερά δυο βήματα από το κρεβάτι σου, η ανάσα, η ανάσα, η ανάσα ελευθερίας που λυτρώνει τη σκέψη σου από όλα τα «γήινα» δεσμά.

Φυσικά έρχονται και οι στιγμές που το σώμα συνειδητοποιεί ότι δεν σηκώνει τόσο αποπροσανατολισμό (με θυμάμαι να σηκώνομαι ψιλοανακατεμένη ένα πρωί με το σκάφος σε αρκετά μεγάλη πλευρική κλίση, τόσο που έπρεπε να σκεφτώ πρώτα ότι η γραμμή πίσω του –ήτοι ο ορίζοντας- είναι «το ίσιο» και που έφερα εντελώς αυθόρμητα στο μυαλό μου την παροιμιώδη φράση «ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε»). Σίγουρα τις πρώτες μέρες σου λείπουν κάπως οι ανέσεις που είχες συνηθίσει, αλλά μετά από λίγο τις ξεχνάς και αφήνεσαι με το σώμα και το μυαλό ξεγυμνωμένα να σε πάει το ταξίδι όπου θέλει αυτό, να σου φέρει ό,τι θέλει αυτό.

Η επαναφορά στη στεριά ήταν επίσης δύσκολη για ένα μυαλό που είχε με τις μέρες μάθει να αποκαθιστά αυτόματα μία κατάσταση ασταθούς (έστω) ισορροπίας κόντρα σε κάθε πεισματικά αποσταθεροποιητική κίνηση του σκάφους. Για δυο τρεις μέρες νιώθαμε ακόμη τη στεριά να «κουνάει», ενώ δεν έλειψαν οι φορές που εγώ τουλάχιστον κόντεψα να σκοτωθώ σκοντάφτοντας από δω κι από κει. Βλέπετε η αέναη κίνηση είχε γίνει πλέον το «ακίνητο» σύστημα αναφοράς για το μυαλό μου και η αναπάντεχη παραμονή στην ίδια θέση του εδάφους κάτω από τα πόδια μου ήταν πολλές φορές μία έκπληξη που με έβρισκε απροετοίμαστη. Αφού την έβγαλα καθαρή πάλι καλά.

Τραγούδια για τη θάλασσα που έφερνε συνειρμικά στα χείλη των φίλων συνταξιδιωτών η εμπειρία του ταξιδιού μας θα είναι πια συνδεδεμένα στο νου μου με την ανάμνησή του και την αίσθηση ότι αφήνομαι ανενδοίαστα και ξέγνοιαστα στις θωπείες και την «αγκαλιά» της θάλασσας. Πραγματικά προτείνω σε όποιον από εσάς έχει την ευκαιρία να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι να μην την αφήσει να πάει χαμένη.

Πέμπτη, Ιουλίου 03, 2008

Το ταξίδι ξεκινά απ' το μυαλό

Είναι να φύγω αύριο για ένα πολλά υποσχόμενο (και εν μέρει ανησυχητικό, δεν ξέρω από πολλές απόψεις τι να περιμένω) ταξιδάκι με ιστιοφόρο σε νησιά των Κυκλάδων. Το κακό είναι ότι θέλω να επιμεληθώ και να στείλω ένα κεφάλαιο πριν φύγω και είναι απλώς αδύνατον. Το μυαλό μου έχει ήδη καταπιαστεί με τις ετοιμασίες (ενδεικτικά: πόσα αντηλιακά θα χρειαστώ; να πάρω και ένα πιο ζεστό μπουφάν για το βράδυ, μήπως μια πολύ φαρδιά κορδέλα για τα μαλλιά, σχεδόν σαν μαντήλι, με εξυπηρετούσε καλύτερα από καπελάκι, εκείνο το ταξιδιωτικό ημερολόγιο moleskin που είχα τι απέγινε; μπορεί να θέλω να γράψω τίποτα εντυπωσεις, η μπαταρία της φωτογραφικής είναι φορτισμένη; κάτι αντηλιακά τύπου βραχιολάκια που έχουν βγει δεν θα ήταν ό,τι πρέπει για το σκάφος; μα επιτέλους ας σκεφτώ και κάτι εκτός από αντηλιακά!)

Που λέτε το μυαλό δεν συνεργάζεται για την επιμέλεια του κεφαλαίου σχετικά με τη λειτουργία των γονιδίων, έχει ήδη σαλπάρει. Επεξεργάζεται συνεχώς μία λίστα με τα απαραίτητα για το ταξίδι σε πρώτο πλάνο, και σε δεύτερο φαντάζεται αμμουδερές παραλίες και νωχελικά απομεσήμερα, γλυκιές βραδιές και ανέμελες μέρες γεμάτες με τα γέλια της παρέας, κρατάει την αναπνοή του σε ένα ατέλειωτο μακροβούτι χαλάρωσης και αναζωογόνησης. Βγες έξω ρε, έχουμε ένα κεφάλαιο γενετική να παραδώσουμε!

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2008

Τα ίδια και σήμερα...

...τελικά η γειτόνισσα μιλάει στο τηλέφωνο από χόμπυ. Τη φαντάζομαι, αν και δεν την έχω δει, κάθε πρωί που σηκώνεται να στρογγυλοκάθεται σε μία καρεκλίτσα δίπλα στο τραπεζάκι με το τηλέφωνο και να ...πιάνει δουλειά. Μαραθώνια προβλέπονται τα τηλεφωνήματα και σήμερα, και το κακό είναι ότι το τραπεζάκι και το τηλέφωνο βρίσκονται ακριβώς μπροστά στο παράθυρο που είναι απέναντι σε μένα. Σαν να μιλάει κάποιος στο παραδίπλα δωμάτιο του σπιτιού με τη διαφορά ότι δεν υπάρχουν τοίχοι...

Θα της προτείνω να πιάσει δουλειά σε telemarketing, αυτούς που σε παίρνουν τηλέφωνο και σε πρήζουν για διάφορα προϊόντα. Τουλάχιστον έτσι θα βγάλει και κανα φράγκο.

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2008

Τέλειωνε κυρία μου...

... ααααα, σήμερα με ενοχλούν όλοι και όλα μου φαίνεται. Και πάνω απ' όλα με ενοχλούν όπως πάντα οι θόρυβοι αλλά και οι ήχοι γενικότερα. Θεωρώ ότι ο θόρυβος είναι από τους χειρότερους ρύπους των πόλεων. Υποτίθεται ότι τον έχουμε συνηθίσει, μας διαλύει όμως τον εγκέφαλο χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Σήμερα εκτός από το φασαριόζικο μηχανάκι που θα περάσει μια στο τόσο, τόν παλιατζή με τον τόνο στο άρθρο (βλέπε προηγούμενη δημοσίευση), το ξεχαρβαλωμένο αυτοκίνητο που θα σταματήσει με ανοικτή τη μηχανή ίσα ίσα για να σπαταλάει βενζίνη αλλά κυρίως για να μου σπάει τα νεύρα, με ενοχλεί αφάνταστα και μία γειτόνισσα που εδώ και περισσότερο από μία ώρα μιλάει στο τηλέφωνο αραχτή επειδή δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει. Το νευραλγικό "μπίρι μπίρι" της διαπερνά ακατάληπτο τις ωτασπίδες μου και καταφέρνει να προσγειώνεται σε κάθε της φράση στο κέντρο της αντίληψής μου, εκτοπίζοντας τις λέξεις και τα νοήματα με τα οποία παλεύω η δύσμοιρη μεταφράστρια. Για την ακρίβεια εδώ και αρκετή ώρα ευχαριστεί τον συνομιλητή της για κάτι, με έναν τόνο στον οποίο εγώ εντοπίζω μία ελπιδοφόρα καταληκτική χροιά (λέω άντε, τώρα θα κλείσει), για να διαψευστώ ξανά και ξανά κάθε στιγμή που παρατείνεται (στο διηνεκές) το τηλεφώνημά της. Λες αν ανοίξω τον ανεμιστήρα να "πάρει" μερικά ηχητικά κύματα μακριά μου; (Απάντηση: όχι, τον ανοίγω και κάνει το ίδιο). Να κλείσω το τζάμι; Θα σκάσω για χάρη της δηλαδή τώρα; Να πάω να κόψω το καλώδιο του τηλεφώνου που φτάνει ως το σπίτι της; Δύσκολο. Άντε κυρία μου, τέλειωνε... έχουμε και δουλειές!

'Ο παλιατζής...

το "ο" με τόνο. Γιατί εκεί τονίζεται. "Ό παλιατζής καθαρίζω..." Καθαρίζεις ρε άνθρωπε, το έχουμε εμπεδώσει... παλιά ψυγεία παλιές κουζίνες παλιά πλυντήρια, οικόπεδα ισόγεια υπόγεια καθαρίζεις (για τους ορόφους το συζητάει προφανώς). Το έχουμε μάθει απέξω πια γιατί μας υποχρεώνεις σε επανάληψη ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ!!! Είναι δυνατόν να έχουμε καινούρια παλιοσιδερικά ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ; Άσε μας λίγο καιρό να τα μαζέψουμε από σιγά σιγά και τα παίρνεις όλα μαζί. Δεν είναι ανάγκη να μας παίρνεις τα αυτιά σε καθημερινή βάση, έλεος!