Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2008

Μάθε να αισθάνεσαι

Χθες παρακολούθησα το δεύτερο μάθημα τάγκο στη σχολή χορού που πηγαίνω. Πέρυσι εντρύφησα στα λάτιν, που πολύ μου άρεσαν και μου χάρισαν ιδιαίτερα ευχάριστες χορευτικές βραδιές αλλά φέτος οι ώρες δεν βόλεψαν για να συνεχίσω, επομένως θα χορεύω με αυτά που ξέρω και αν κάτι αλλάξει στο πρόγραμμα το δικό μου ή της σχολής βλέπουμε. Επέλεξα λοιπόν, όπως είχα αποφασίσει, τους χορούς που οι ώρες τους θα ταίριαζαν με το πρόγραμμά μου. Τάγκο και οριεντάλ (τα άσχετα μεταξύ τους, το ένα μέσα στην αυστηρότητα και τη χορευτική κατάνυξη και το άλλο μες στο τζέρτζελο και το ντιριντάχτα). Το τάγκο πέρυσι δεν με είχε προσελκύσει, αν και η χορευτοαλλοπαρμένη φιλενάδα μου που με είχε τραβήξει στο χορό το λάτρευε. Αποφάσισα να ξεκινήσω με κάθε επιφύλαξη, αν και θεωρούσα ότι δεν θα τα πήγαινα και άσχημα, αν έκρινα από μια-δυο απόπειρες «διδασκαλίας επί τω έργω» ενός φίλου με σκοπό να με βγάλει από την ανία που περιέβαλλε για μένα τα διαστήματα τάγκο στις λάτιν-τάγκο βραδιές. Βέβαια και στα λάτιν ως ντάμα έμαθα να ακολουθώ τον καβαλιέρο, κάτι που βοήθησε σημαντικά. Ξεκινώντας λοιπόν και τους δύο χορούς, με μεγαλύτερη ίσως όρεξη για το οριεντάλ και απλή δοκιμαστική περιέργεια για το τάγκο, συνέβη τελικά το αντίθετο από ό,τι περίμενα: το τάγκο άρχισε από νωρίς να με γοητεύει ενώ το οριεντάλ μάλλον διέψευσε τον αρχικό μου ενθουσιασμό. Νομίζω αφενός μου έλλειπε η δυναμική που υπάρχει στο ζευγάρι (η οποία στο τάγκο πολλαπλασιάζεται σε σχέση με τα λάτιν), και αφετέρου οι κινήσεις του οριεντάλ μου ήταν λίγο πολύ γνωστές, και από μόνη μου μια χαρά τσιφτετελιαζόμουν στα χρόνια της τρελής μου νιότης με αποτέλεσμα τώρα να ένιωθα υπερβολικά καλουπωμένες και αναλυμένες τις κινήσεις (αν και καταλαβαίνω ότι έτσι πρέπει να είναι στην αρχή). Δίνω λίγο χρόνο στα οριεντάλ για να προχωρήσουμε και να δω μήπως με ενθουσιάσουν περισσότερο (διαπίστωσα επίσης ότι η αριστερή μου πατούσα «πατάει» περισσότερο στην αριστερή πλευρά της με αποτέλεσμα να πονάει μετά από λίγη ώρα, μπας κι έχω τίποτα το πλατυποδικό; Επίσης βλέπω ότι τα ίδια «τσαλιμάκια» τα κάνω με διαφορετική ευκολία από κάθε πλευρά –εκείνο το βήμα της καμήλας, πώς το λένε, να βγαίνει τόσο εύκολα από τη μία πλευρά και τόσο «σπρωχτά» από την άλλη! Το τάγκο όμως τολμώ να πω ότι με έχει ήδη κερδίσει. Έχει μία τέτοια ενέργεια, ιδιαίτερα για τη ντάμα νομίζω, που πρέπει να μάθει να δέχεται την κάθε κίνηση, και να αναπτύξει έναν συνδυασμό σωματικής συναίσθησης και κινησιολογικής επικοινωνίας με τον καβαλιέρο, που εξελίσσεται σε μία μορφή διαίσθησης. Η σωστή ενέργεια από τον καβαλιέρο νιώθεις να σε κινεί σαν να σε παρασύρει ένα απαλό ρεύμα σε μία ήρεμη θάλασσα, κάπως έτσι φαντάζομαι πως θα πρέπει να ήταν αν πράγματι γινόταν να σε καταλαμβάνει το πνεύμα ενός φαντάσματος όπως στις ταινίες, και να οδηγεί τις κινήσεις σου. Βέβαια θα πρέπει να πω ότι είχα την τύχη να χορέψω περισσότερο με τους προχωρημένους μαθητές που παρίσταντο συνεπικουρικά στο μάθημα και με τους δασκάλους. Τη μία φορά που χόρεψα με μαθητή στο ίδιο επίπεδο με μένα η διαφορά ήταν μεγάλη, ένιωθα ότι με τραβούσε από δω, με τραβούσε από κει, η κατεύθυνση που μου έδινε δεν ήταν σαφής (και μετά παραπονιόταν ότι δεν τον ακολουθώ σωστά). Βέβαια καταλαβαίνω ότι τα πράγματα για τους καβαλιέρους είναι αφάνταστα δυσκολότερα και είμαι σίγουρη ότι και αυτός και όλοι οι αρχάριοι μετά από λίγο καιρό θα χορεύουν εντελώς διαφορετικά (το καλό που τους θέλω!), και ότι η ενέργεια που θα λαμβάνω από αυτούς θα μεταλλαχθεί από το ψυχρό μέταλλο που είναι τώρα σε ανάλαφρο ρεύμα που θα με παρασύρει για να κατευθύνει απαλά τις κινήσεις μου.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28, 2008

Συμφιλίωση με το φθινόπωρο

Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα ή όχι, όμως ένα μέρος των διακοπών μου ήταν φέτος όψιμο. Με δύο ταξιδάκια σε νησάκια μέσα στο Σεπτέμβρη οι διακοπές έμοιαζαν να μην τελειώνουν. Ούτε τα σύννεφα στον ουρανό της Καλύμνου την προηγούμενη εβδομάδα, ούτε οι ψυχρές βραδιές με έκαναν να νιώσω ότι το καλοκαίρι τελειώνει, γιατί πολύ απλά... ήμουν ταξίδι.

Η επιστροφή μου ήταν απότομη, δυσάρεστη και για κάποιο λόγο εντελώς ακατανόητη. Με τον ταξιδιωτικό (και ερωτικό) μου σύντροφο να αναχωρεί άμεσα προς δύο εβδομάδες απουσίας (κάτι που ακόμη και τη στιγμή που τον αποχαιρετούσα αδυνατούσα να συλλάβω σε όλη του τη διάσταση) ξαφνικά όλα είχαν αλλάξει. Το μαγιώ μου ήταν ακόμη στο σακ βουαγιάζ αλλά αυτό που με περίμενε σε κάθε καινούρια μέρα ήταν ένας συννεφιασμένος ουρανός και μπόλικη δουλειά στον υπολογιστή. Πώς συνέβη αυτό ρε παιδάκι μου; Πού είχα το νου μου και δεν κατάλαβα τίποτα; Πώς έγιναν όλα έτσι απότομα;

Ένα ένστικτο συναισθηματικής επιβίωσης με έσπρωξε να επιδιώξω, έστω και ανόρεχτα στην αρχή, τις χειμερινές μου δραστηριότητες: χορός, γυμναστήριο. Κανονίζω σχεδόν κάθε μέρα να βρεθώ και με κάποια φίλη που με τα απανωτά πηξιμο-ταξιδάκια μου είχα καιρό να συναντήσω. Οι κουβέντες μας, με όλα μας τα νέα (ή όσα χωρούσαν στη διάρκεια ενός καφέ), η νοσταλγία καθώς το βλέμμα μου κυλούσε ξανά πάνω στις γραμμές και τα χαρακτηριστικά προσώπων γνώριμων και αγαπημένων, η ζεστασιά της φιλίας, ο ενθουσιασμός της επικοινωνίας, γλύκαναν τη γκρίζα διάθεση του φθινοπώρου.

Το μυαλό αρχίζει σιγά σιγά, μετά την αρχική ψυχρολουσία, να μπαίνει στο ρυθμό της δουλειάς, μαθαίνει και πάλι στα ψυχρά νερά της και έχοντας πάρει την "πρώτη κρυάδα" διασχίζει όλο και πιο άνετα τα ρεύματα της καθημερινότητας. Επόμενος στόχος θα είναι ο ουρανίσκος. Να ζεστάνω την καρδιά με ζεστή, αρωματική σοκολάτα, λαχταριστή μηλόπιτα με το μήλο να αχνίζει, σουπίτσες-βάλσαμο και διάφορα άλλα κυρίως παχυντικά που θα με κάνουν να τρέχω και να μη φτάνω για να αδυνατίσω όταν έρθει ξανά η άνοιξη.

Άντε, κι ώσπου να μεθοδεύσω στην εντέλεια τη συμφιλίωσή μου με το φθινόπωρο... θα έχουν περάσει και οι δύο εβδομάδες.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008

This mess we're in

Ένας λυγμός κι ένας καημός το τραγούδι αυτό, συνηχεί απόλυτα τη μελαγχολία του φθινοπώρου και δίνει φωνή στο πάντρεμα της κατάθλιψης με την απόγνωση. Ένα βίντεο κλιπ με εικόνες βγαλμένες από βιώματα ξένα που όμως θα μπορούσαν να είναι και δικά σου, χωρίς να ξέρεις γιατί σε κάνει να νοσταλγείς. This mess we're in.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 23, 2008

Να ζήσω

Από τις τελευταίες "κλεμμένες" κυριολεκτικά διακοπές του Σεπτέμβρη, βρίσκομαι ξανά (με την ίδια σχιζοφρενική μετάβαση) στο πήξιμο, στις παραστάσεις της ξεχασμένης καθημερινότητας που τώρα μοιάζουν με τις σκηνές ενός μακάβριου εφιάλτη. Τι δουλειά έχω εδώ; Τίνος σπίτι είναι αυτό; Γιατί γνωρίζω να κινηθώ μέσα σε αυτό ακόμη και με κλειστά τα μάτια και όμως νιώθω τόσο έντονα πως δεν ανήκω εδώ; Θέλω για σπίτι μου το έξω, το δρόμο, το μακριά. Θέλω να κατευθύνομαι συνεχώς προς έναν άπιαστο ορίζοντα, να ανοίγω τα φτερά μου διάπλατα, ώσπου να πονέσουν, κόντρα στις ανάσες του ουρανού. Να φύγω, να φύγω, να φύγω. Κι όλα αυτά να τα λαχταρώ μέσα από μία αδράνεια που νεκρώνει τις κινήσεις μου και με θανατώνει αργά κυλώντας σαν το κώνειο μέσα μου. Να φύγω, να φύγω. Πρέπει να βρω πια τη δύναμη. Να ζήσω.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2008

Vie (-vie) schizophrenique

Πήζω στη δουλειά. Με το ζόρι μιλάω σε κανέναν άνθρωπο στο τηλέφωνο, και ακόμη και όταν γίνεται αυτό νομίζω ότι χάνω πολύτιμο χρόνο που θα έπρεπε να επενδύσω στη δουλειά μου. Δεν σταματώ να δουλεύω παρά μόνο όταν βλέπω ότι η κούραση με έχει κάνει αντιπαραγωγική, ότι αρχίζω να κάνω λάθη χωρίς να το αντιλαμβάνομαι και η προσπάθειά μου στρέφεται πλέον εναντίον μου. Ο χρόνος χτυπά αλύπητα με ένα μεγάλο σφυρί κάθε δευτερόλεπτο που περνά.


Βρίσκομαι σε διακοπές. Ο χρόνος κυλάει με μια ξεγνοιασιά που ίσως μόνο αν είσαι παιδί μπορείς να βιώσεις, πρωτοΐδωτα τοπία και παραστάσεις, όμορφες εικόνες, στιγμές χαλάρωσης, παραλίες με κρυστάλλινα νερά, η φύση στις μεγάλες τις ομορφιές, βιώματα κλεμμένα από το υστέρημα των ειδυλλιακών στιγμών που είμαστε προορισμένοι να ζήσουμε στη ζωή μας. Ο χρόνος είναι ένα αεράκι που μου χαϊδεύει το πρόσωπο και κάνει να ανεμίζουν οι άκρες από τα μαλλιά μου.


Είναι δυνατόν αυτά τα δύο σενάρια να εξελίσσονται παράλληλα; Αδύνατον, θα έλεγε κανείς. Και όμως, το τελευταίο διάστημα τα ζω σε τόσο γρήγορη εναλλαγή που βιώνω τον συνδυασμό τους με τρόπο σχεδόν σχιζοφρενικό. Λίγες μέρες δουλειά-δουλειά-δουλειά, να τελειώσω όσα έχω να κάνω για να μπορώ να φύγω διακοπές, και λίγες μέρες το ταξίδι, το καινούριο, η απόδραση, η ξεγνοιασιά. Αύριο το βράδυ θα περάσω και πάλι στη δεύτερη φάση μετά από ένα βάναυσο (όπως προβλέπεται) πέρασμα από την πρώτη. Ας είναι, αξίζει σίγουρα. Αρκεί να μην αρχίσω να αμφιβάλλω κάποια στιγμή αν όσα βιώνω συμβαίνουν πραγματικά ή μήπως ονειρεύομαι και ξυπνάω και ξαναονειρεύομαι σε γρήγορη διαδοχή.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 09, 2008

Ένα διαμάντι στην καρδιά του Αιγαίου

...μόνο έτσι μπορώ να περιγράψω το πανέμορφο νησί της Σκύρου, στο οποίο πέρασα 4 υπέροχες μέρες το πεμπτοπαρασκευοσαββατοκύριακο που μόλις μας πέρασε. Αρχικά νόμιζα (ή μάλλον μάντευα) ότι επρόκειτο για νησί των βορείων σποράδων, και από ό,τι διαπίστωσα κανένας δεν ήξερε πού βρίσκεται ("Πού θα πας; Στη Σύρο; Στη Σκύρο; Πού είναι η Σκύρος;"), ακόμη και μια φίλη μου από τη Μυτιλίνη, που ως νησιώτισα περίμενα να το ξέρει. Δεν ξέρω αν πρόκειται απλώς για ένα αφανές, άγνωστο γενικά νησί ή για καλά κρυμμένο μυστικό κρατημένο για τους λίγους. Γιατί σε μένα ως τέτοιο αποκαλύφθηκε. Οι παραλίες απίστευτες, η μία ωραιότερη από την άλλη, να μην πιστεύεις στα μάτια σου (όσο και αν λέμε με μία κάποια έπαρση ότι εμείς οι χανιώτες δύσκολα εντυπωσιαζόμαστε από παραλίες όταν πάμε κάπου αλλού, μαθημένοι στις ωραιότατες ακτές μας, ήταν πραγματικά υπέροχες). Το τοπίο τόσο ανέγγιχτο και παρθένο που στην παραλία συνάντησα για πρώτη φορά ζωντανά κοχύλια να σκάνε μπρος στα πόδια μου από το απαλό κυματάκι, είδα στους δρόμους από κατσικάκια και κουνελάκια (ελεύθερα) ως γουρουνάκια (αυτά ήταν ενός κτηνοτρόφου, αλλά τι μορφή κτηνοτροφίας είναι αυτή, με τα γουρουνάκια να τρέχουν ελεύθερα και ζωηρά πάνω κάτω αντί να στοιβάζονται βάναυσα σε μία σύγχρονη κτηνοτροφική μονάδα -έτσι μάλιστα, να το δεχθείς ότι θα σε σφάξουνε στο τέλος, αν έχεις ζήσει με τέτοια χαρά τη χοιροζωή σου!), μέσα σε λίγα λεπτά είδα να πετούν πάνω από το ξενοδοχείο τρία διαφορετικά είδη πουλιών, παντού πράσινο, τα νερά ακόμη και στο λιμάνι καθρέφτης... δεν έχω λόγια (άλλα).
Μην νομίζετε όμως ότι το νησί αυτό είναι έτσι επειδή βρίσκεται σε μία κατάσταση πρωτογονισμού. Κάθε άλλο. Τα πάντα μπορείς να βρεις. Αλλά βρίσκεις μόνο την πιο ποιοτική, προσεγμένη και καλαίσθητη μορφή τους. Από το beach bar με τις ψάθινες ξαπλώστρες και τις αχυρένιες ομπρέλες, με την πολύ όμορφη μουσική του να παίζει σε ένταση που σε συντροφεύει χωρίς να σε ενοχλεί, μέχρι τις ταβέρνες με τα απίστευτα φαγητά (ό,τι και αν φάγαμε ήταν θεσπέσιο, τέλειο), τα πάντα ήταν φτιαγμένα όχι για "εκμετάλλευση" του επισκέπτη, αλλά με το μεράκι της ποιοτικής προσφοράς. Φαντάζομαι ότι αντλώντας κανείς έμνευση και βιώματα από έναν τόπο τόσο όμορφο, δεν μπορεί να κάνει τίποτα λιγότερο. Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να ανακαλύψετε κι εσείς το υπέροχο αυτό νησί.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 02, 2008

Αγαπημένα παγωτά του καλοκαιριού 2008

Τις τελευταίες μέρες έχω ρημάξει τα παγωτά. Με βλέπουν από μακριά και παίρνουν δρόμο. Σκέφτηκα να γράψω για αυτά που ξεχώρισα φέτος το καλοκαίρι, καινούρια και παλιά:

Myan Mystica (Algida): Όσοι ξερογλείφεστε ήδη από τη διαφήμιση με τη λαχταριστή και μελαμψή καλλονή Eva Longoria δεν θα απογοητευτείτε. Άλλο επίπεδο γεύσης. Ιδίως αυτό που έχει μέσα κανέλα και μοσχοκάρυδο δεν παίζεται. Επιλέξτε το με κλειστά τα μάτια

Ξυλάκι με επικάλυψη σοκολάτας ΙΟΝ αμυγδάλου, Κρι-Κρι: πολύ έξυπνη επιλογή για την επικάλυψη αυτού του παγωτού η βιωματική και αξεπέραστη ΙΟΝ αμυγδάλου (η πρώτη σου σοκολάτα και παντοτινή). Η βανίλια που έχει μέσα είναι υπερβολικά "απλή" ίσως, αλλά η έκπληξη του να τρως παγωτό με την ίδια γεύση ακριβώς της σοκολάτας των παιδικών σου χρόνων σε κάνει να μην το προσέχεις.

Banana split-Κρι-Κρι: Συνδυασμός μπανάνα και σοκολάτα. Κόλαση. Η άστοχη ονομασία banana split (που νομίζω σημαίνει να σερβίρεις μία φρέσκια μπανάνα κομμένη κατά μήκος σε πιατάκι γόνδολα και να βάλεις δίπλα διάφορα παγωτά) δεν θα σας ενοχλήσει όταν η γεύση του παγωτού αυτού θα σας ταξιδεύσει στα ουράνια.

Fifty-fifty: Με έπιασε πανικός τις προάλλες που δεν μπορούσα να το βρω σε κανένα ψυγείο, μήπως και σταμάτησε να βγαίνει. Το κλασικό "σάντουιτς", μισό σοκολάτα μισό κρέμα και όλο σε απίθανο μπισκότο, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις.

Για τους χανιώτες: φυσικά παγωτό από τον "ιταλό", ή από το Vienna στη 1866. Δοκιμάστε άλλη γεύση κάθε φορά αν αντέχετε να απαρνηθείτε την απόλαυση των γεύσεων που ήδη έχετε φάει.

Α, και ένα αποτυχημένο: το παγωτό mohito του σπιτικού (επίσης σε χανιώτες απευθύνομαι). Αφήστε το καλύτερα... θα τρίζουνε τα κόκκαλα του Χεμινγουέι...

Παρασκευή, Αυγούστου 01, 2008

Ξαφνικά να σκοτεινιάζει

Είναι πολύ δύσκολο να το περιγράψω. Είναι κάτι σαν αυτό που έχουμε συνδέσει με το άγχος, ή τις καταστάσεις που προηγούνται μίας κρίσης πανικού. Το αισθάνομαι κάθε στιγμή που είμαι μόνη μου και τις περισσότερες φορές που είμαι με το φίλο μου. Όταν είμαι με άλλα άτομα μία αυτοματοποιημένη «ευθυγράμμιση» της συμπεριφοράς, ή και η χαρά που πάντα νιώθω όταν είμαι με φίλες μου π.χ., μειώνουν την ένταση αυτής της κατάστασης. Αισθάνομαι ότι όλα θα πάνε στραβά. Για την ακρίβεια αισθάνομαι ότι ήδη πάνε στραβά. Αδυνατώ πλέον να χαρώ τις όμορφες στιγμές που έχω στην προσωπική μου ζωή εξ αιτίας κάποιου αδιευκρίνιστου φόβου. Στη συμπεριφορά είμαι ανυπόφορη. Ανυπόφορη προς τον εαυτό μου, με αυτά που σκέφτομαι και αισθάνομαι, και τα κύματα απαισιοδοξίας που αφήνω να σαρώνουν τα πάντα μέσα μου. Αλλά νυπόφορη έχω αρχίσει να γίνομαι και προς τον σύντροφό μου, με ένα σωρό παραξενιές και υπερβολικές αντιδράσεις, αδυνατώ να ελέγξω τη συμπεριφορά μου και τα συναισθήματα που νιώθω. Δεν μπορώ να εντοπίσω λογικά την αιτία αυτής μου της κατάστασης. Φόβο και δυσπιστία απέναντι στην καινούρια μου σχέση είχα ούτως ή άλλως μετά το τέλος της παλιάς, όμως φαίνεται πλέον ότι όσο περνά ο καιρός τόσο λιγότερο εμπιστεύομαι τον άνθρωπο που έχω δίπλα μου. Δεν ξέρω τι να κάνω και δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Από τη στιγμή που ξυπνάω το πρωί η απαισιοδοξία και η κατάθλιψη με τραβάνε από τα μαλλιά και τα κρατάνε σφικτά και οδυνηρά όλη τη μέρα, μην αφήνοντας τα εγκεφαλικά μου κύτταρα να παράγουν παρά σκέψεις παραμορφωμένες, διαστρεβλωμένες, φαύλες, πιέζουν και καρφώνουν την καρδιά μου μέχρι να βεβαιωθούν ότι δεν θα αντλήσει ούτε μία σταγόνα αίμα άνετα και ανεμπόδιστα αλλά βαριά και κουραστικά, σφιγμένη, πετρωμένη και ταραγμένη από μία αγωνία που το μυαλό δεν ξέρει να της εξηγήσει.

Έλα ρε Σκάρλετ, πάμε άλλη μια φορά: «Αύριο είναι μια καινούρια μέρα». Ελπίζουμε στο καλύτερο.

Κυριακή, Ιουλίου 20, 2008

Rape child...

...σε αντίθεση με το "love child" θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το βιβλίο "Επιστήμη και Θρησκεία-μια ιστορική προσέγγιση" που επί μήνες μετέφραζα πριν από αρκετό καιρό. Ένα ενδιαφέρον ομολογουμένως περιεχόμενο, ατυχώς εγκλωβισμένο σε ένα εχθρικά στριφνό κείμενο με βασάνιζε αλύπητα και έφτασε στο σημείο να δοκιμάσει όχι μόνο τις πνευματικές αλλά και τις ψυχικές αντοχές μου (αφού δεν πέταξα το βιβλίο από το παράθυρο είμαι σίγουρα άνθρωπος με μεγάλη υπομονή). Στις αντιξοότητες που αντιμετώπισα κατά την αγωνιώδη προσπάθειά μου να μεταφέρω το κείμενο αυτό στην ελληνική γλώσσα ισορροπώντας αβέβαια ανάμεσα στην "ερμηνεία/απόδοση" του νοήματος (την αναγκαστική, κατ' εμέ, απομάκρυνση από την αυστηρή πρωτότυπη έκφραση για χάρη μιας πιο ομαλής και νοητικά συνεχούς διατύπωσης) από τη μία και την "πίστη" που αναγκαστικά οφείλω στο πρωτότυπο (γιατί μετάφραση έκανα, όχι ελεύθερη απόδοση), ήρθε να προστεθεί μία κακή και ετεροχρονισμένη "συνεργασία" με τον επιμελητή (κατ' ευφημισμόν συνεργασία μάλλον, γιατί ουδέποτε επικοινωνήσαμε άμεσα, μόνο μέσω των διορθώσεών του και των ενστάσεών μου σε αυτές). Άνθρωπος αναντίρρητα ικανός, γνώστης της γλώσσας, έκανε καίριες πολλές φορές διορθώσεις και καλές αντιπροτάσεις, είχε όμως άλλη νοοτροπία από μένα σε σχέση με τη μετάφραση. Ενώ εγώ προσπάθησα να αποστασιοποιηθώ κατά το δυνατόν από την αυστηρή έκφραση του κειμένου για να δώσω στον αναγνώστη μία μετάφραση που θα τον "τρομάζει" και θα τον "απωθεί" όσο γίνεται λιγότερο (δεδομένης της στριφνότητας του πρωτότυπου), αυτός υποστήριζε με άκαμπτο πατριωτισμό την προσκόλληση στην πρωτότυπη έκφραση, προσπαθώντας να δώσει ένα κείμενο πιο αντιπροσωπευτικό του αρχικού κειμένου, και αναγκάζοντας τον αναγνώστη να έρθει πιο κοντά στο κείμενο αντί να φέρει το κείμενο πιο κοντά στον αναγνώστη (αν εννοείτε τι εννοώ).

Το βιβλίο αυτό ουσιαστικά μου κόστισε χρήματα, γιατί η μετάφρασή του προχωρούσε ιδιαίτερα αργά. Όταν είδα στο ίντερνετ ότι είχε κυκλοφορήσει δεν ήμουν και πολύ σίγουρη ότι ήθελα να το πάρω στα χέρια μου, θεωρώντας το καρπό μίας μορφής βιασμού από το κείμενο και όχι έρωτα για το κείμενο (εξού και ο τίτλος της παρούσας δημοσίευσης). Μία από τις τρεις μέρες που πέρασα στην Αθήνα μετά το ταξίδι μου στις Κυκλάδες με βρήκε σε ένα βιβλιοπωλείο, μπροστά στον τομέα "εκλαϊκευμένη επιστήμη". Ο καρπός του αιματηρού μόχθου μου ήταν εκεί. Το "παιδί" που έσκισε σπαρακτικά τα σπλάχνα του νου μου για να έρθει στον μάταιο τούτο κόσμο ήταν εκεί, πλάι στο δίδυμο αδερφάκι του, φασκιωμένο στα μαύρα, με το όνομά μου γραμμένο στο κορδελάκι που ήταν δεμένο στον απαλό καρπό του. Δεν μπορούσα να μην το πάρω στα χέρια μου. Καθισμένη σε μια γωνιά βρέθηκα να το ξεφυλλίζω, αφήνοντας την ανάγνωσή του να μου θυμίσει ξανά το ενδιαφέρον περιεχόμενό του. Περιεργάστηκα τη γραφή, το σμίξιμο των δύο αντίθετων απόψεων για τη μετάφραση, της δικής μου και του επιμελητή, και με ανακούφιση κατάφερα μέσα από αυτό να ξεχωρίσω τη γραφίδα της πένας μου: ναι, ήταν δικό μου. Μπορεί κάποιος άλλος να το επιμελήθηκε μετά από μένα, αλλά ήταν δικό μου, έτσι γράφω εγώ, κάπου ανάμεσα στις κύριες και τις δευτερεύουσες προτάσεις του, κάπου ανάμεσα στις τελείες και τα κόμματα, μέσα στη δομή και τις λέξεις του, στο κείμενο αυτό είχε σταλάξει κάτι από τη σκέψη μου, κάτι από τη λεκτική μου έκφραση, το ύφος μου, σαν να του είχα δώσει κάτι από το βάδισμά μου ή τον τρόπο που γυρνάω το κεφάλι μου. Ανάμεσα στους περιορισμούς που αναγκαστικά περιχαρακώνουν τη μετάφραση, ανάμεσα στους μαιάνδρους του περιεχόμενου του πρωτότυπου κειμένου ανάσαινα διαβάζοντας την πνοή της δικής μου της γραφής.

Σκέφτηκα την επαγγελματική μου πορεία. Την σκέφτηκα να απεικονίζεται συμβολικά μα και ουσιαστικά σε μία σειρά από βιβλία που ακουμπούν το ένα στη ράχη του άλλου, σύμφωνα με την αλληλοδιαδοχή των αντίστοιχων μεταφραστικών εργασιών. Το βιβλίο, ένα αντικείμενο για μένα τόσο αγαπημένο, μπόρεσε να δεχθεί σε κάποια από τα αντίτυπά του (σταγόνα στον ωκεανό ίσως, αλλά και πάλι η δική μου σταγόνα) κάτι από τον εαυτό μου.

Mamma mia…

… η εξηντάρα Μέριλ Στριπ ίσον με τρεις εικοσάρες και βάλε σε αυτό το απολαυστικό μιούζικαλ, τα νησιά των Βορείων Σποράδων είναι ένας παράδεισος που ευγνωμονούμε που βρίσκεται τόσο κοντά μας, ιδανικό φόντο για τα πασίγνωστα τραγούδια των Abba που μας ξεσηκώνουν από την πρώτη νότα, πολύχρωμα πλάνα όπου μελωδία και εικόνα ζευγαρώνουν μέσα σε ένα τρελό πανηγύρι, όλη η ταινία μοιάζει με ύμνο στη χαρά της ζωής και πειστική παρότρυνση για ξεφαντώματα μέχρι πρωίας.

Στις λεπτομέρειες τώρα. Η Μέριλ Στριπ όπως είπα ίσον με τρεις εικοσάρες τουλάχιστον. Η ενέργειά της, η φυσική εσωτερική και εξωτερική ομορφιά της –καταφέρνει άνετα να λάμπει γλυκά παρά την αυστηρότητα στην οποία θα μπορούσαν να παραπέμπουν οι γραμμές του προσώπου της, η τόλμη της να δοκιμαστεί σε κάτι τόσο απαιτητικό και διαφορετικό από ό,τι την έχουμε συνηθίσει σε μια ηλικία που η μέγιστης επιτρεπόμενης έντασης δραστηριότητα θα ήταν για άλλες το πλέξιμο. Δεν διστάζει να τραγουδήσει, να χορέψει, να φανεί ερωτική δείχνοντάς μας ότι η γοητεία μιας γυναίκας ουδεμία σχέση έχει με την ηλικία της, καθώς φτάνει και ξεπερνά σε «παλμό» την κινηματογραφική της «κόρη» που έχει το ένα τρίτο της ηλικίας της. Σχεδόν σε κάνει να εύχεσαι να είχες τα χρόνια της!

Η «κόρη» είναι ένα όμορφο κορίτσι με μάτια στο χρώμα της θολής και ταραγμένης θάλασσας, ένα χείμαρρο ξανθών μαλλιών που θα μπορούσε να κάνει έναν άνδρα ακόμη και φετιχιστή και ένα σφιχτό, λυγερό κορμί με τις σωστές καμπύλες. Το αγγελικό της προσωπάκι, που παραπέμπει ταυτόχρονα στην αθωότητα ενός παιδιού και τη λαγνεία μιας γυναίκας, ακκίζεται χαριτωμένα καθώς τα ζουμερά της χείλη ακολουθούν τα λόγια των γνωστών τραγουδιών. Ιδανική για το ρόλο –νομίζω έπαιζε και στην ομώνυμη θεατρική παράσταση.

Οι μπαμπάδες: ο πιο ωραίος από αυτούς και πραγματικά ο «μεγάλος» έρωτας της “Mamma”-Στριπ, ο Πηρς Μπρόσναν, αποδεικνύεται δυστυχώς και ο πιο ακατάλληλος για το ρόλο και το είδος αυτό. Ο τύπος είναι χάρμα οφθαλμών, φοβερό πρόσωπο, φοβερό κεφάλι, φοβερό παράστημα, take me now baby here as I am, κι όμως περιορίζεται στο να κάνει το «μοντέλο» στην ταινία. Μοιάζει ανίκανος να πάρει οποιαδήποτε άλλη έκφραση εκτός από την επιτηδευμένη αν και γοητευτική ματιά του με το ελαφρό σήκωμα του φρυδιού. Το πρόσωπό του συσπάται σε ένα ύφος δυσκοίλιο (μέρες δυσκοίλιο, θα έλεγα) όταν τραγουδάει, αν και η φωνή του καθαυτή δεν είναι τόσο χάλια αν το καλοσκεφτείς. Οι στιγμές που τραγουδάει πάντως σε ξεσυντονίζουν κάπως από αβίαστο feelgood της ταινίας, σκέφτεσαι ότι καλά θα κάνουν στο Χόλιγουντ να μη βάζουν τις γλάστρες να τραγουδάνε (ακόμη και μια τόσο γοητευτική γλάστρα «χάνει» με τον τρόπο αυτό).

Οι άλλοι δύο μπαμπάδες είναι πολύ καλοί και πειστικοί, με το ίδιο τους το παρουσιαστικό «κομμένο και ραμμένο» θα έλεγε κανείς για τους ρόλους του εσωστρεφούς και άτολμου καριερίστα από τη μία και του αιώνιου ταξιδιώτη και ακούραστου εραστή της περιπέτειας από την άλλη.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει για τον σουρεαλισμό που αποπνέει ειδικά για έναν έλληνα η ταινία αυτή. Το τοπίο είναι αναγνωρίσιμα ελληνικό, βιωματικό, οικείο. Σου φαίνεται περίεργο το πώς φώλιασε μέσα σ’αυτό ένα πρωτοκλασάτο καστ του Χόλιγουντ από τη μία και αρκετές φυσιογνωμίες και προφορές βρετανικής προέλευσης από την άλλη, όλα αυτά δεμένα με τραγούδια που είχες συνδέσει με τη χρυσή εποχή της ντίσκο και που σε παρέπεμπαν σε διαλειπόντως αναλάμποντα στρόμπολι και όχι σε παραδοσιακούς ελαιώνες, συμπαθητικές κατσικούλες και σεμεδάκια στο βελονάκι.

Συμπερασματικά θα σας πρότεινα να δείτε την ταινία, κατά προτίμηση σε σινεμά και επίσης κατά προτίμηση σε θερινό (αν και εγώ παρόλο που το είδα σε χειμερινό δεν ένιωσα την αίθουσα να με «μπουκώνει», αφού η ταινία ήταν τόσο ανάλαφρη και καλοκαιρινή).

Κι αρμενίζαμε...

Έχω καιρό να γράψω στο μπλογκ παρόλο που ήταν πολλές οι φορές που ήθελα κάτι να γράψω (κάποιες από τις φορές αυτές βέβαια δεν είχα πρόσβαση σε υπολογιστή). Για παράδειγμα ήθελα πολύ να σας πω για το ταξίδι μου με ιστιοφόρο στα νησιά των Κυκλάδων. Δύσκολο να περιγράψω την αίσθηση που σου δίνει η πλεύση πάνω στα κύματα (από μικρή είχα μία ιδιαίτερη σχέση με κάθε είδους «κούνημα» που έκανε το όχημα που με μετέφερε, ήδη από μωρό έκλαιγα όταν σταματούσαμε στα φανάρια με το αυτοκίνητο και ο μπαμπάς μου προσπαθούσε να σταματά σιγά σιγά, σταδιακά, για να αναβάλλει όσο γίνεται την κατάσταση ακινησίας που τόσο με δυσαρεστούσε. Ακόμη και σήμερα όποτε δεν μπορώ να κοιμηθώ φαντάζομαι ότι ταξιδεύω με πλοίο και ότι έμμεσα είμαι ξαπλωμένη «στην αγκαλιά της θάλασσας», που με το νωχελικό κούνημά της με νανουρίζει). Δύσκολο επίσης να περιγράψω την αίσθηση ελευθερίας που νιώθεις όταν «σπίτι» σου για μια βδομάδα γίνεται ένα σκάφος, αυλή σου η θάλασσα και περίβολος η ακτή (ή στη χειρότερη περίπτωση ο ντόκος σε ένα λιμάνι). Πραγματικά νιώθεις ότι είσαι αλλού, ότι έχεις αφήσει πίσω σου τα της στεριάς και ότι πλέον το μόνο που σε αφορά είναι η πνοή του ανέμου και οι στροβιλισμοί των θαλάσσιων ρευμάτων. Απόλυτο «χάσιμο» (όχι χρόνου, χάνεσαι από τον κόσμο εννοώ) η ραστώνη της ξάπλας πάνω στο σκάφος, η πρωινή βουτιά σε γαλανά νερά δυο βήματα από το κρεβάτι σου, η ανάσα, η ανάσα, η ανάσα ελευθερίας που λυτρώνει τη σκέψη σου από όλα τα «γήινα» δεσμά.

Φυσικά έρχονται και οι στιγμές που το σώμα συνειδητοποιεί ότι δεν σηκώνει τόσο αποπροσανατολισμό (με θυμάμαι να σηκώνομαι ψιλοανακατεμένη ένα πρωί με το σκάφος σε αρκετά μεγάλη πλευρική κλίση, τόσο που έπρεπε να σκεφτώ πρώτα ότι η γραμμή πίσω του –ήτοι ο ορίζοντας- είναι «το ίσιο» και που έφερα εντελώς αυθόρμητα στο μυαλό μου την παροιμιώδη φράση «ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε»). Σίγουρα τις πρώτες μέρες σου λείπουν κάπως οι ανέσεις που είχες συνηθίσει, αλλά μετά από λίγο τις ξεχνάς και αφήνεσαι με το σώμα και το μυαλό ξεγυμνωμένα να σε πάει το ταξίδι όπου θέλει αυτό, να σου φέρει ό,τι θέλει αυτό.

Η επαναφορά στη στεριά ήταν επίσης δύσκολη για ένα μυαλό που είχε με τις μέρες μάθει να αποκαθιστά αυτόματα μία κατάσταση ασταθούς (έστω) ισορροπίας κόντρα σε κάθε πεισματικά αποσταθεροποιητική κίνηση του σκάφους. Για δυο τρεις μέρες νιώθαμε ακόμη τη στεριά να «κουνάει», ενώ δεν έλειψαν οι φορές που εγώ τουλάχιστον κόντεψα να σκοτωθώ σκοντάφτοντας από δω κι από κει. Βλέπετε η αέναη κίνηση είχε γίνει πλέον το «ακίνητο» σύστημα αναφοράς για το μυαλό μου και η αναπάντεχη παραμονή στην ίδια θέση του εδάφους κάτω από τα πόδια μου ήταν πολλές φορές μία έκπληξη που με έβρισκε απροετοίμαστη. Αφού την έβγαλα καθαρή πάλι καλά.

Τραγούδια για τη θάλασσα που έφερνε συνειρμικά στα χείλη των φίλων συνταξιδιωτών η εμπειρία του ταξιδιού μας θα είναι πια συνδεδεμένα στο νου μου με την ανάμνησή του και την αίσθηση ότι αφήνομαι ανενδοίαστα και ξέγνοιαστα στις θωπείες και την «αγκαλιά» της θάλασσας. Πραγματικά προτείνω σε όποιον από εσάς έχει την ευκαιρία να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι να μην την αφήσει να πάει χαμένη.

Πέμπτη, Ιουλίου 03, 2008

Το ταξίδι ξεκινά απ' το μυαλό

Είναι να φύγω αύριο για ένα πολλά υποσχόμενο (και εν μέρει ανησυχητικό, δεν ξέρω από πολλές απόψεις τι να περιμένω) ταξιδάκι με ιστιοφόρο σε νησιά των Κυκλάδων. Το κακό είναι ότι θέλω να επιμεληθώ και να στείλω ένα κεφάλαιο πριν φύγω και είναι απλώς αδύνατον. Το μυαλό μου έχει ήδη καταπιαστεί με τις ετοιμασίες (ενδεικτικά: πόσα αντηλιακά θα χρειαστώ; να πάρω και ένα πιο ζεστό μπουφάν για το βράδυ, μήπως μια πολύ φαρδιά κορδέλα για τα μαλλιά, σχεδόν σαν μαντήλι, με εξυπηρετούσε καλύτερα από καπελάκι, εκείνο το ταξιδιωτικό ημερολόγιο moleskin που είχα τι απέγινε; μπορεί να θέλω να γράψω τίποτα εντυπωσεις, η μπαταρία της φωτογραφικής είναι φορτισμένη; κάτι αντηλιακά τύπου βραχιολάκια που έχουν βγει δεν θα ήταν ό,τι πρέπει για το σκάφος; μα επιτέλους ας σκεφτώ και κάτι εκτός από αντηλιακά!)

Που λέτε το μυαλό δεν συνεργάζεται για την επιμέλεια του κεφαλαίου σχετικά με τη λειτουργία των γονιδίων, έχει ήδη σαλπάρει. Επεξεργάζεται συνεχώς μία λίστα με τα απαραίτητα για το ταξίδι σε πρώτο πλάνο, και σε δεύτερο φαντάζεται αμμουδερές παραλίες και νωχελικά απομεσήμερα, γλυκιές βραδιές και ανέμελες μέρες γεμάτες με τα γέλια της παρέας, κρατάει την αναπνοή του σε ένα ατέλειωτο μακροβούτι χαλάρωσης και αναζωογόνησης. Βγες έξω ρε, έχουμε ένα κεφάλαιο γενετική να παραδώσουμε!

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2008

Τα ίδια και σήμερα...

...τελικά η γειτόνισσα μιλάει στο τηλέφωνο από χόμπυ. Τη φαντάζομαι, αν και δεν την έχω δει, κάθε πρωί που σηκώνεται να στρογγυλοκάθεται σε μία καρεκλίτσα δίπλα στο τραπεζάκι με το τηλέφωνο και να ...πιάνει δουλειά. Μαραθώνια προβλέπονται τα τηλεφωνήματα και σήμερα, και το κακό είναι ότι το τραπεζάκι και το τηλέφωνο βρίσκονται ακριβώς μπροστά στο παράθυρο που είναι απέναντι σε μένα. Σαν να μιλάει κάποιος στο παραδίπλα δωμάτιο του σπιτιού με τη διαφορά ότι δεν υπάρχουν τοίχοι...

Θα της προτείνω να πιάσει δουλειά σε telemarketing, αυτούς που σε παίρνουν τηλέφωνο και σε πρήζουν για διάφορα προϊόντα. Τουλάχιστον έτσι θα βγάλει και κανα φράγκο.

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2008

Τέλειωνε κυρία μου...

... ααααα, σήμερα με ενοχλούν όλοι και όλα μου φαίνεται. Και πάνω απ' όλα με ενοχλούν όπως πάντα οι θόρυβοι αλλά και οι ήχοι γενικότερα. Θεωρώ ότι ο θόρυβος είναι από τους χειρότερους ρύπους των πόλεων. Υποτίθεται ότι τον έχουμε συνηθίσει, μας διαλύει όμως τον εγκέφαλο χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Σήμερα εκτός από το φασαριόζικο μηχανάκι που θα περάσει μια στο τόσο, τόν παλιατζή με τον τόνο στο άρθρο (βλέπε προηγούμενη δημοσίευση), το ξεχαρβαλωμένο αυτοκίνητο που θα σταματήσει με ανοικτή τη μηχανή ίσα ίσα για να σπαταλάει βενζίνη αλλά κυρίως για να μου σπάει τα νεύρα, με ενοχλεί αφάνταστα και μία γειτόνισσα που εδώ και περισσότερο από μία ώρα μιλάει στο τηλέφωνο αραχτή επειδή δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει. Το νευραλγικό "μπίρι μπίρι" της διαπερνά ακατάληπτο τις ωτασπίδες μου και καταφέρνει να προσγειώνεται σε κάθε της φράση στο κέντρο της αντίληψής μου, εκτοπίζοντας τις λέξεις και τα νοήματα με τα οποία παλεύω η δύσμοιρη μεταφράστρια. Για την ακρίβεια εδώ και αρκετή ώρα ευχαριστεί τον συνομιλητή της για κάτι, με έναν τόνο στον οποίο εγώ εντοπίζω μία ελπιδοφόρα καταληκτική χροιά (λέω άντε, τώρα θα κλείσει), για να διαψευστώ ξανά και ξανά κάθε στιγμή που παρατείνεται (στο διηνεκές) το τηλεφώνημά της. Λες αν ανοίξω τον ανεμιστήρα να "πάρει" μερικά ηχητικά κύματα μακριά μου; (Απάντηση: όχι, τον ανοίγω και κάνει το ίδιο). Να κλείσω το τζάμι; Θα σκάσω για χάρη της δηλαδή τώρα; Να πάω να κόψω το καλώδιο του τηλεφώνου που φτάνει ως το σπίτι της; Δύσκολο. Άντε κυρία μου, τέλειωνε... έχουμε και δουλειές!

'Ο παλιατζής...

το "ο" με τόνο. Γιατί εκεί τονίζεται. "Ό παλιατζής καθαρίζω..." Καθαρίζεις ρε άνθρωπε, το έχουμε εμπεδώσει... παλιά ψυγεία παλιές κουζίνες παλιά πλυντήρια, οικόπεδα ισόγεια υπόγεια καθαρίζεις (για τους ορόφους το συζητάει προφανώς). Το έχουμε μάθει απέξω πια γιατί μας υποχρεώνεις σε επανάληψη ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ!!! Είναι δυνατόν να έχουμε καινούρια παλιοσιδερικά ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ; Άσε μας λίγο καιρό να τα μαζέψουμε από σιγά σιγά και τα παίρνεις όλα μαζί. Δεν είναι ανάγκη να μας παίρνεις τα αυτιά σε καθημερινή βάση, έλεος!

Τρίτη, Ιουνίου 17, 2008

Τα πλουμιστά ονόματα των πουλιών

Μία από τις σημερινές απαντήσεις του επιμελητή μου για ένα βιβλίο νησιωτικής βιογεωγραφίας που μεταφράζω με άφησαν άφωνη. Στο κείμενο συνάντησα πολλές ονομασίες πτηνών, για τις οποίες ρώτησα αν υπάρχει και στα ελληνικά κοινή ονομασία. Συγκεκριμένα η απορία μου ήταν:

υπάρχει ελληνική ονομασία για κάποιο από τα παρακάτω ή να αφήσω όλα τα λατινικά ονόματα; Guam rail (Rallus owstoni), white-browed rail (Poliolimnas cinereus), white-throated ground-dove (Gallicolumba xanthonura), Mariana fruit-dove (Ptilinopus roseicapilla), Micronesian kingfisher (Halcyon cinnamomina), nightingale reed-warbler (Acrocephalus luscinia), Guam flycatcher (Myiagra freycineti), rufous fantail (Riphidura rufifrons), cardinal honeyeater (Myzomela cardinalis), and bridled white-eye (Zosterops conspicillatus)

και η απάντηση που έλαβα η εξής (θαυμάστε ομορφιά στα ονόματα):

μπορείς και να αφήσεις τα λατινικά, ή να πεις τα εξής: νεροκοτσέλα του Γκουάμ (Rallus owstoni), λευκόφρυδη νερόκοτα (Poliolimnas cinereus), λευκόλαιμο εδαφοπερίστερο (Gallicolumba xanthonura), φρουροπερίστερο των Μαριάνα (Ptilinopus roseicapilla), αλκυόνα της Μικρονησίας (Halcyon cinnamomina), αηδονοποταμίδα (Acrocephalus luscinia), μυγοχάφτης του Γκουάμ (Myiagra freycineti), καστανοκόκκινος ριπίδουρος (Riphidura rufifrons), καρδινάλιος μελισσοφάγος (Myzomela cardinalis), και ο δυσφορών ζωστήροπας (Zosterops conspicillatus)

Οι σκέψεις μου γεμίζουν με παραμυθένια πλουμιστά φτερά στο άκουσμα και μόνο αυτών των ονομάτων. Όταν το όνομα συνοδεύει τη χάρη...

Πέμπτη, Ιουνίου 12, 2008

Κανείς δεν λέει "σ' αγαπώ"...

... όλοι λένε "σ' αγαπάω"; Εσείς τι λέτε; Είστε υπέρ της συνηρημένης μορφής ή της ασυναίρετης;

How to drive a woman crazy

Γενικά έχω τη φήμη ήρεμου ανθρώπου, όσοι με ξέρουν λένε ότι τους βγάζω ιδιαίτερη ηρεμία (κάτι ανάμεσα στο νωθρό και το ψόφιο τέλοσπάντων), αν και εγώ γνωρίζω ότι δεν είναι πάντα έτσι τα πράγματα. Πράγματι πολλές φορές δεν αφήνω πράγματα που άλλους θα εκνεύριζαν να με πειράξουν -ολύμπια ψυχραιμία κατά την οδήγηση, η χειρότερη "βρισιά" που έχω να πω για τον άλλο οδηγό είναι ένα ειρωνικό "Ωραίο φλάς", όταν δεν το βγάζει για να στρίψει, αποφυγή καυγάδων με έντονη συναίσθηση του γεγονότος πως ό,τι και αν "κερδίσω" ερίζοντας θα το έχω ήδη χάσει πληρώνοντας το ψυχικό κόστος του εκνευρισμού, οπότε δεν αξίζει τον κόπο. Το πιο δύσκολο ίσως πράγμα ως εκ τούτου είναι να με κάνει κανείς να θυμώσω. Όμως παρά τη γενικότερη ηρεμία που καταφέρνω να έχω υπό κανονικές συνθήκες και λίγο έξω από τα όρια αυτών (περισσότερο από ό,τι ο μέσος άνθρωπος, πιστεύω), δεν θα έλεγα ότι με χαρακτηρίζει πραγματική ψυχραιμία στην περίπτωση που θα συγχυστώ. Εκεί το χάνω. Νομίζω γι' αυτό δεν εκνευρίζομαι εύκολα, είναι άμυνα του οργανισμού γιατί δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω.

Σήμερα λοιπόν έγινε κάτι που με έβγαλε έξω από τα ρούχα μου. Η χαριτωμένη πλην ψιλοσπαστικιά (κυρίως επειδή τραγουδάει όταν εργάζεται, δημιουργώντας μέσα στο σπίτι έναν ήχο που δεν αναγνωρίζω μεταξύ των οικείων σε μένα ήχους του σπιτιού) φιλιππινέζα που εδώ και δυο τρεις βδομάδες έρχεται και καθαρίζει μου την είχε στημένη. Πέφτω η δύσμοιρη να ξαπλώσω για μεσημέρι, να ξεκουράσω το ταλαίπωρο κορμί και το ξεχαρβαλωμένο μυαλό που μου'λαχε να κουβαλάω σε τούτη τη ζωή, και αυτή το βρίσκει σκόπιμο να μου κάνει το πιο αποτρόπαιο πράγμα στον κόσμο: ΝΑ ΜΟΥ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ, δηλαδή το τραπέζι πάνω στο οποίο έχω απλώσει χύμα και τσουβαλάτα (εντροπικά πλην λειτουργικά, αν θέλετε) όλα τα σύνεργα της γνώσης με τα οποία ανατέμνω καθημερινά το νόημα από τις λέξεις και το μεταφέρω από τη μία γλώσσα στην άλλη.

Δεν έχω λόγια, πραγματικά, να περιγράψω τα πολλαπλά εγκεφαλικά που έπαθα. Τι δουλειά έχουν τα λεξικά αυτά στην άκρη του γραφείου; Αυτά πρέπει να είναι συνεχώς δίπλα μου, οι αποδείξεις για την εφορία γιατί είναι εδώ και όχι εκεί που τις αφήνω (χύμα πάνω σε κάτι φακέλους, αλλά εν πάσει περιπτώσει). Τα χαρτάκια αυτά τι είναι και τι δουλειά έχουν εδώ; Πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσω τα στυλό μου όταν βρίσκονται όλα στριμωγμένα μέσα στη μολυβοθήκη, μαγκωμένα από τις γομολάστιχες; Τα 2 μου ποντίκια (τυχαίνει να έχω δύο) τακτοποιημένα σε σημείο που να μην μπορώ να τα πιάσω, το ημερολόγιο και το τετράδιο στα οποία σημειώνω καθημερινά κάτω από άλλα χαρτικά που δεν χρησιμοποιώ ποτέ, στο σημείο εκείνο που είναι τώρα μόνο αυτές οι φωτοτυπίες υπήρχε και κάτι άλλο το ξέρω και πού θα μου πάει, θα βρω τι ήταν και πάνω απ' όλα το πιο αποτρόπαιο, ειδεχθές, εμετικό πράγμα που έκανε ήταν ότι όλα αυτά τα τοποθετούσε ΣΥΜΜΕΤΡΙΚΑ πάνω στο γραφείο. Συμμετρικά! Αν είναι δυνατόν! Προς εμένα που δεν μπορώ καν να διατηρήσω τα διπλωμένα ρούχα διπλωμένα, αν και όταν τα διπλώσω, αυτό είναι προσωπική και βαθύτατη προσβολή.

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να φωνάξω έξαλλη "ποιος μου τακτοποίησε το γραφείο", μετά να ρίξω κάποιες στίβες από βιβλία κάτω σπρώχνοντάς τις από το πλάι με το χέρι (επείγουσα αντιμετώπιση καταστάσεων επικίνδυνα χαμηλής εντροπίας), να προσπαθώ να συνεννοηθώ με την καθυστερημένη καθαρίστρια και να της δώσω να καταλάβει ότι δεν πρέπει ξανά ΠΟΤΕ να ακουμπήσει ΤΙΠΟΤΑ πάνω στο γραφείο αυτό, αλλά και να βρω τι πήγαινε πού μπας και αποκαταστήσω μέρος της ακαταστασίας μου, που τελικά δεν είναι ακαταστασία αλλά λειτουργική διάταξη χρηστικών αντικειμένων (γαρνιρισμένη με μερικά άχρηστα προς τιμήν της Μεγάλης Εντροπίας βοήθειά μας). Μα τι ήταν ρε γμτ εκεί που είναι οι φωτοτυπίες, κάτι είχα ακόμη ή εκεί ή δίπλα... Πού θα μου πάει, θα το βρω. Εντροπία φορέβα εντ έβα.

Τρίτη, Ιουνίου 03, 2008

Και ξαφνικά να πνίγομαι

Και εκεί που όλα πήγαιναν καλά στη ζωή μου, πολύ καλά θα έλεγα ιδίως από ορισμένες απόψεις, να 'μαι χθες και σήμερα να νιώθω σαν να έχω εγκλωβιστεί κάπου και να μη βρίσκω διέξοδο, σαν να απειλούμαι, σαν ένα άγχος, μία υπαρξιακή αγωνία, δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Μόνη μου την έχω πατήσει και το ξέρω. Μία καθηγήτρια μου είχε κάποτε -δεν ξέρω, το έχω ξαναγράψει αυτό στο blog;- ότι της θύμιζα τον εαυτό της γιατί είμαι ένα άτομο "που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το μυαλό του". "Όμως μέσα σου το συναίσθημα βράζει σαν το καζάνι της μάγισσας", μου είχε πει, "και κάποια μέρα θα βρεθείς εντελώς ανυπεράσπιστη μπροστά του". Λοιπόν σήμερα είναι αυτή η μέρα. Ή τουλάχιστον είναι μία από αυτές τις μέρες. Προσπερνώντας, παραβλέποντας ή υποτιμώντας για καιρό πράγματα που με ενοχλούσαν, αποφεύγοντας να τα αντιμετωπίσω κατά πρόσωπο και να προσδιορίσω πώς ακριβώς με κάνουν να νιώθω, έρχομαι να τα βρω τώρα να "σκάνε" ένα ένα μέσα μου χωρίς προειδοποίηση σε μία αιφνιδιαστική επίθεση "εκ των ένδον". Νιώθω ότι θέλω να τρέξω, να παλέψω, να σκαρφαλώσω βουνά, να ξεκολλήσω βράχια (όπα ρε, άσε κάτι και για τους λοκατζήδες), να φύγω, να φύγω, να χαθούν όλα όσα με περιβάλλουν, να κάνε να εξαφανιστεί κάθε ίχνος της πραγματικότητας που ζω, να νιώσω ελεύθερη, να ανασάνω...

Αααααα, δεν πάω καλά. Τι είναι αυτό που μου βγήκε και έγραψα τώρα; Εγώ υποτίθεται είμαι μια χαρά αυτήν την περίοδο. Μήπως παθαίνω διαλείψεις κατά τις οποίες παίρνω ναρκωτικά και μετά το ξεχνάω; Πάντως αν παίρνω είναι σίγουρα ληγμένα, θα πρέπει με κάποιον τρόπο να εξασφαλίσω καλύτερη ποιότητα. Θα επανέλθω στο θέμα, βλέπω και δεν πάει πολύ καλά το μέσα μου, θέλει σέρβις, γενική καθαριότητα, ριζική αποτρίχωση, εντομοεξόντωση, βιολογικό καθαρισμό, ξεχορτάριασμα, ακουαφόρτε και γενικότερα ξελαμπικάρισμα... Τα λέμε.

Δευτέρα, Μαΐου 12, 2008

Ίδιο βλέμμα άλλα μάτια

Πριν λίγες μέρες συνάντησα σε μία παρέα μία γνωστή που ήξερα ότι είχε χωρίσει πρόσφατα. Βλέποντάς την και από κοντά συνειδητοποίησα πόσο έχω προχωρήσει η ίδια από όταν χώρισα. Βέβαια σε αυτήν ήταν πιο ευδιάκριτη η λύπη και η ψυχική αναστάτωση, αλλά μου έδωσε ωστόσο μία απίστευτα γλαφυρή εικόνα του προ μηνών εαυτού μου. Ψαχνόταν διαρκώς να μιλήσει για αυτό εμπιστευτικά με κάποια φίλη, να αναλύσει, να συζητήσει, να καταλάβει (όπως έκανα κι εγώ μέσα από ατέλειωτες διαβουλεύσεις και κουβέντες με φίλες και φίλους). Τα μάτια της βρίσκονταν μία υποψία πριν από το βούρκωμα, κοιτούσαν προς τα κάτω χαμένα σε σκέψεις καθώς μιλούσε με τη διπλανή της, για να χωθούν διεισδυτικά, απογυμνωτικά και απογυμνωμένα μέσα στο δικό μου βλέμμα όταν τη ρώτησα για το χωρισμό της. Πραγματικά δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που κοιτάχτηκα με κάποιον μέσα στα μάτια τόσο βαθιά και αληθινά, πόσω μάλλον από τη στιγμή που η κοπέλα δεν είναι καν φίλη μου, είναι απλά μία γνωστή που αδυνατεί να συγκρατήσει τη θλίψη της και την μοιράζεται μαζί με τον καθένα μέσα από διάπυρα και τρομαγμένα βλέμματα που ψάχνουν διαφυγή. Με ανάλογη διάθεση μοιραζόμουν κι εγώ τις σκέψεις μου για το χωρισμό μου μαζί σας μέσα από αυτό το blog.

Ήθελα τόσο πολύ να της εξηγήσω ότι αυτό που έχει θα περάσει, ότι θα πάψει κάποια στιγμή να υποφέρει, και μάλιστα πιο σύντομα αν το θέλει αρκετά και προσπαθήσει σωστά. Ένιωθα σαν να είχα έτοιμη τη λύση σε ένα πρόβλημα που αυτή έσπαγε νυχθημερόν το κεφάλι της να λύσει, και ήθελα να της την προσφέρω για να την ηρεμήσω. Όμως αυτά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η περίοδος του χωρισμού πρέπει να περάσει βιωματικά από πάνω σου, να σε ρίξει κάτω, να σε πλακώσει, να νιώσεις τον πόνο για να βγει σιγά σιγά από μέσα σου. Αλλά πρέπει να διασχίσει όλη σου την ύπαρξη για να βρει τη διέξοδο. Η πόρτα διαφυγής που ήθελα εγώ να δείξω στην κοπέλα υπήρχε στο δικό μου σύμπαν και όχι στο δικό της. Ήταν δική μου όχι δική της, αυτή έπρεπε να βρει ή να φτιάξει μία άλλη.

Της εύχομαι, όπως και σε όλους όσους περνούν κάτι αντίστοιχο, να είναι σύντομη η διαδρομή που θα την οδηγήσει μέχρι εκεί.